αν είχαμε μία ισορροπημένη ζωή, δεν θα χρειαζόμασταν το internet. Θα είχαμε το καφενείο. Και τα χωράφια μας. Και τα σπίτια, και τις γυναίκες μας. Πόσες φορές έχεις σκεφτεί το internet και τα παραφερνάλιά του ενόσω είσαι στην παραλία και σε αγκαλιάζει ο ήλιος;
Ήρθε η ώρα για το μεσο-χειμερινό post. Οι θερμοκρασίες έχουν πέσει κοντά στο μηδέν, ο ουρανός γκρίζος κοντά δύο μήνες τώρα. Χίονι και πάγος είναι στους δρόμους. Ο ήλιος προσπαθεί να φωτίσει από τις 08:30 μέχρι τις 17:00. Αυτό είναι 8.5 ώρες ήλιου. Δηλάδη 15.5 ώρες σκοτάδι. Ξέρεις τι είναι αυτό; Ξέρεις τι είναι να ζεις κάτω από λάμπες φθορίου; Τι είναι να μην θέλεις να αποχωριστείς το καλοριφέρ; Και δεν υπερβάλλω. Κάνει κρύο έξω. Τόσο που μουδιάζουν τα ακροδάχτυλά σου στα 5 λεπτά και ας φοράς γάντια τριπλο-ενισχυμένα με αμίαντο.
Και να ήταν το κρύο μόνο. Θα σκεφτόσουν, 6 μήνες στα όρια της κατάθλιψης, θα περάσουν. Εκεί που προσπαθείς να μπεις σε εγκεφαλική χειμερεία νάρκη, τσουπ, σου λένε πως υπάρχουν deadlines. Και εσύ πρέπει να σταθείς, λέει, κλαρίνο. Κάτι για σταδιοδρομία, μέλλον, και λοιπά μαρκετίστικα άκουσα να ψιλιάζουν. Και εκεί που κάνεις λίγο χώρο και αποφασίζεις να κρατήσεις τον εγκέφαλο κατά το ήμισυ ανοικτό, έρχεται το Σώμα και έχει απαιτήσεις. Λέει, θέλω παρέα. Το ακούει η Ψυχή και λέει θέλω και εγώ! Πανάθεμά σας! Κάνει κρύο δεν ακούτε; Έξω είναι σκοτάδι! Και βρίσκεις τον φακό μέσα στο σπίτι με τα κεριά, τον παίρνεις και βγαίνεις έξω στην κρύα νύχτα. Με τα ενισχυμένα γάντια, την κουκούλα πάνω από το κασκολ και τα δόντια να κροταλίζουν. Κοιτάς γύρω σου. Προσπαθείς να προσανατολιστείς, να δεις που να κάνεις. Κάτω από τον μαδύα της πανοπλίας σου προσπαθείς να ευχαριστήσεις τους πελάτες σου: τα Όνειρα, την Ψυχή και το Σώμα.
Τα Όνειρα δεν περιμένουν, έχουν αυτό το κακό, έχουν deadlines. Πολλές φορές εαν δεν προλάβεις μία μπορείς να πιάσεις την επόμενη. Κάτι σαν την Εθνική οδό και τις εξόδους της. Μπορεί να κάνεις λίγο παραπανώ να φτάσεις στον προορισμό σου εαν χάσεις μία, αλλά θα φτάσεις. Εαν δεν βγείς πουθενά, σίγουρα θα βγείς στο Τέρμα. Και το Τέρμα είναι άδειο, συνήθως.
Η Ψυχή είναι ντελικάτη, αεράτη, και σπιρτόζα [0]. Είναι σαν Παιδί. Μπορείς να της ρίξεις χαστούκια για να σκάσει, αλλά κάποια στιγμή θα την βρεις μπροστά σου και το μαίνος της θα είναι τραγικό. Η Ψυχή ψυχαγωγείται, δεν διασκέδαζει. Η Ψυχή ζει στο δικό της Νιρβάνα. Για αυτό μας πονάνε οι Άνθρωποι που χάνονται. Γιατί σταματούν να άγουν την Ψυχή μας. Η Ψυχή, κοντολογίς, αναζητά αυτό που ονομάζουμε ανθρώπινη επικοινωνία. Τι είναι αυτό; – Τρέχα γύρευε, όπως λέει ο έμπορος, φιλόσοφος, ποιητής, και ενίοτε ταξιδευτής.
Το Σώμα. Αχ το Σώμα! Η Shaarka, που λέει η Ελένη. Το Σώμα θέλει διασκέδαση. Θέλει χάδια, φιλιά, χαστούκια, αγκωνιές, χορό, μάχη, αγωνία, ηρεμία, τρέξιμο, μπάλα, κολύμπι. Το Σώμα και οι αισθήσεις του. Οι γεύσεις, η ακοή, η όραση, η αφή, η όσφρηση, η αίσθηση του δέρματος του Άλλου, η Χημεία που ενώνει το σύμπαν. Το Σωμα θέλει εγγρήγορση. Μόνο έτσι αισθάνεται ζωντανό. Γιατί ξέρει πως αλλιώς δεν είναι.
Και εσύ είσαι κουκουλωμένος με την κάπα σου στο κρύο μες την μέση της νυχτιάς, ολομόναχος, σκυφτός, φοβισμένος. Γιατί εκτός από εσένα στην πλατεία δεν είναι κανείς. Μόνο οι καστανιές, τα παγκάκια, και το χιόνινο χαλί που καλύπτει τα πάντα. Απέναντι σου φωτισμένα δωμάτια σε ορόφους. Κρυφοκοιτάς. Έχουν τις κουρτίνες ανοιχτές. Κλέβεις μια ματιά. Ζευγάρια. Ζεστασιά. Χαμόγελα. Τσακωμοί. Παιδιά να τρέχουν, παιδιά να κοιμούνται, παιδιά να κλαίνε. Κοπέλες να διαβάζουν βιβλία, αγόρια να χτυπιούνται σε όργανα γυμναστικής. Τηλεοράσεις, προτζέκτορες, πλέυστέισιον, γουίι, άι-φόουν, άι-ποντ, στερεοφωνικά, πικ-απ, ραδιοφώνο, ντι-βι-ντι και σι-ντι, όλα να παίζουν σε μία κοσμική αρμονία. Εσύ βέβαια είσαι απ’έξω. Προσωποποιείς το σινγκιουλάριτι του κόσμου και αποφασίζεις: “Ας κοροϊδέψω τα Όνειρα με το Αύριο, και ας ξεγελάσω το Σώμα με κρασί ωστέ να μην ακούω την Ψυχή που σπαράζει.”
[0] μήπως ωσαν τον Σπινόζα;
Recent Comments