Tag Archive for 'κοινωνική κριτική'

Everything is OK

Ώρες-ώρες οι Βρετανοί με εκπλήσουν! Από τον Συκοφάντη:

Όνειρα Ψυχή μου Σώμα

αν είχαμε μία ισορροπημένη ζωή, δεν θα χρειαζόμασταν το internet. Θα είχαμε το καφενείο. Και τα χωράφια μας. Και τα σπίτια, και τις γυναίκες μας. Πόσες φορές έχεις σκεφτεί το internet και τα παραφερνάλιά του ενόσω είσαι στην παραλία και σε αγκαλιάζει ο ήλιος;

Ήρθε η ώρα για το μεσο-χειμερινό post. Οι θερμοκρασίες έχουν πέσει κοντά στο μηδέν, ο ουρανός γκρίζος κοντά δύο μήνες τώρα. Χίονι και πάγος είναι στους δρόμους. Ο ήλιος προσπαθεί να φωτίσει από τις 08:30 μέχρι τις 17:00. Αυτό είναι 8.5 ώρες ήλιου. Δηλάδη 15.5 ώρες σκοτάδι. Ξέρεις τι είναι αυτό; Ξέρεις τι είναι να ζεις κάτω από λάμπες φθορίου; Τι είναι να μην θέλεις να αποχωριστείς το καλοριφέρ; Και δεν υπερβάλλω. Κάνει κρύο έξω. Τόσο που μουδιάζουν τα ακροδάχτυλά σου στα 5 λεπτά και ας φοράς γάντια τριπλο-ενισχυμένα με αμίαντο.

Και να ήταν το κρύο μόνο. Θα σκεφτόσουν, 6 μήνες στα όρια της κατάθλιψης, θα περάσουν. Εκεί που προσπαθείς να μπεις σε εγκεφαλική χειμερεία νάρκη, τσουπ, σου λένε πως υπάρχουν deadlines. Και εσύ πρέπει να σταθείς, λέει, κλαρίνο. Κάτι για σταδιοδρομία, μέλλον, και λοιπά μαρκετίστικα άκουσα να ψιλιάζουν. Και εκεί που κάνεις λίγο χώρο και αποφασίζεις να κρατήσεις τον εγκέφαλο κατά το ήμισυ ανοικτό, έρχεται το Σώμα και έχει απαιτήσεις. Λέει, θέλω παρέα. Το ακούει η Ψυχή και λέει θέλω και εγώ! Πανάθεμά σας! Κάνει κρύο δεν ακούτε; Έξω είναι σκοτάδι! Και βρίσκεις τον φακό μέσα στο σπίτι με τα κεριά, τον παίρνεις και βγαίνεις έξω στην κρύα νύχτα. Με τα ενισχυμένα γάντια, την κουκούλα πάνω από το κασκολ και τα δόντια να κροταλίζουν. Κοιτάς γύρω σου. Προσπαθείς να προσανατολιστείς, να δεις που να κάνεις. Κάτω από τον μαδύα της πανοπλίας σου προσπαθείς να ευχαριστήσεις τους πελάτες σου: τα Όνειρα, την Ψυχή και το Σώμα.

Τα Όνειρα δεν περιμένουν, έχουν αυτό το κακό, έχουν deadlines. Πολλές φορές εαν δεν προλάβεις μία μπορείς να πιάσεις την επόμενη. Κάτι σαν την Εθνική οδό και τις εξόδους της. Μπορεί να κάνεις λίγο παραπανώ να φτάσεις στον προορισμό σου εαν χάσεις μία, αλλά θα φτάσεις. Εαν δεν βγείς πουθενά, σίγουρα θα βγείς στο Τέρμα. Και το Τέρμα είναι άδειο, συνήθως.

Η Ψυχή είναι ντελικάτη, αεράτη, και σπιρτόζα [0]. Είναι σαν Παιδί. Μπορείς να της ρίξεις χαστούκια για να σκάσει, αλλά κάποια στιγμή θα την βρεις μπροστά σου και το μαίνος της θα είναι τραγικό. Η Ψυχή ψυχαγωγείται, δεν διασκέδαζει. Η Ψυχή ζει στο δικό της Νιρβάνα. Για αυτό μας πονάνε οι Άνθρωποι που χάνονται. Γιατί σταματούν να άγουν την Ψυχή μας. Η Ψυχή, κοντολογίς, αναζητά αυτό που ονομάζουμε ανθρώπινη επικοινωνία. Τι είναι αυτό; – Τρέχα γύρευε, όπως λέει ο έμπορος, φιλόσοφος, ποιητής, και ενίοτε ταξιδευτής.

Το Σώμα. Αχ το Σώμα! Η Shaarka, που λέει η Ελένη. Το Σώμα θέλει διασκέδαση. Θέλει χάδια, φιλιά, χαστούκια, αγκωνιές, χορό, μάχη, αγωνία, ηρεμία, τρέξιμο, μπάλα, κολύμπι. Το Σώμα και οι αισθήσεις του. Οι γεύσεις, η ακοή, η όραση, η αφή, η όσφρηση, η αίσθηση του δέρματος του Άλλου, η Χημεία που ενώνει το σύμπαν.  Το Σωμα θέλει εγγρήγορση. Μόνο έτσι αισθάνεται ζωντανό. Γιατί ξέρει πως αλλιώς δεν είναι.

Και εσύ είσαι κουκουλωμένος με την κάπα σου στο κρύο μες την μέση της νυχτιάς, ολομόναχος, σκυφτός, φοβισμένος. Γιατί εκτός από εσένα στην πλατεία δεν είναι κανείς. Μόνο οι καστανιές, τα παγκάκια, και το χιόνινο χαλί που καλύπτει τα πάντα. Απέναντι σου φωτισμένα δωμάτια σε ορόφους. Κρυφοκοιτάς. Έχουν τις κουρτίνες ανοιχτές. Κλέβεις μια ματιά. Ζευγάρια. Ζεστασιά. Χαμόγελα. Τσακωμοί. Παιδιά να τρέχουν, παιδιά να κοιμούνται, παιδιά να κλαίνε. Κοπέλες να διαβάζουν βιβλία, αγόρια να χτυπιούνται σε όργανα γυμναστικής. Τηλεοράσεις, προτζέκτορες, πλέυστέισιον, γουίι, άι-φόουν, άι-ποντ, στερεοφωνικά, πικ-απ, ραδιοφώνο, ντι-βι-ντι και σι-ντι, όλα να παίζουν σε μία κοσμική αρμονία. Εσύ βέβαια είσαι απ’έξω. Προσωποποιείς το σινγκιουλάριτι του κόσμου και αποφασίζεις: “Ας κοροϊδέψω τα Όνειρα με το Αύριο, και ας ξεγελάσω το Σώμα με κρασί ωστέ να μην ακούω την Ψυχή που σπαράζει.”

[0] μήπως ωσαν τον Σπινόζα;

Πατρινέλα

Πατρινέλα, Πατρινέλα έχεις πούτσο στα μαλλιά και στον κόλο σου κορδέλλα. Αυτή μάλλον είναι η φράση που χαρακτηρίζει τις γυναίκες κατά το Πατρινό έθιμο του Ντόμινο κάθε Καρναβάλι, και επειδή κάθε μέρα είναι Καρναβάλι, ο ισχυρισμός μπορεί να γενικευθεί χωρίς να περιέλθει βλάβη στην ακρίβεια για όλες τις τριακόσιες εξήντα πέντε (ενίοτε και έξι) μέρες που έχει ο χρόνος.

Να εξηγούμαστε για να μην παρεξηγούμαστε, Πατρινέλα είναι τύπος γυναίκας, και ουχί η γυναίκα από την Πάτρα που θα νομίσει ο ανόητος. Αν ίσχυε κάτι αντίστοιχο, η Γιαννέλα θα έπρεπε να είναι η γυναίκα από τα Γιάννενα, ενώ στην ουσία σημαίνει “Γιάννη έλα” και χρησιμοποιείται κυρίως στην λαϊκή, στην ψαραγορά και ενίοτε στις επιτηρήσεις στο πανεπιστήμιο για να δείξει την βιασύνη του προσφονώντα, και ουδεμία σχέση έχει με γυναίκες– όπερ έδει δείξαι. Αν και φαινομενικά ομώνυμα, δεν πρέπει να τα μπερδεύουμε ειδάλλως θα βρούμε τον μπελλά μας, και θέλουμε να είμαστε politically correct για να μας αγαπάει ο κόσμος και να μπορεί να μας γαμάει το σύστημα άνετα χωρίς να τσούζει (το σύστημα).

Επιστροφή λοιπόν, Πατρινέλα, Πατρινέλα έχεις πούτσο στα μαλλιά και στον κόλο σου κορδέλλα. Προφανώς η κορδέλλα, όπως σε όλους τους αγώνες, πολιτικούς και αθλητικούς σηματοδοτεί είτε την εκκίνηση, π.χ. “Ο Πρωθυπουργός έκοψε την κορδέλλα των εγκαινίων της νέας του βίλλας”, είτε τον τερματισμό, π.χ. “Ο Σπύρος Λούις έκοψε την κορδέλλα κάνοντας νέο παγκόσμιο ρεκορ”. Από αυτά καταλαβαίνουμε, πως όπου υπάρχει κορδέλλα το πλαίσιο είναι πολύ σημαντικό. Για αυτό η Πατρινέλα φυλάει τον κόλο της, και τον φυλάει καλά. Εδώ πρέπει βέβαια να διασαφηνίσουμε κάτι. Ο Δυτικός σύγχρονος κόσμος πιστεύει πως τα συναισθήματα είναι στην καρδιά, και η λογική στο κεφάλι. Το κομμάτι του παζλ που λείπει (εσκεμμένα) είναι πως η Ηθική είναι στον κόλο–ναι, στον πρωκτό. Ο λόγος είναι για να μπορούμε να την χέζουμε άνετα και άνευ δυσκολίας. Πες ότι σου έρχεται κόψιμο και δεν κρατιέσαι, τι θα κάνεις; Μήπως θα πεις “α, όχι, δεν θα χέσω, γιατί θα λερωθεί η Ηθική μου;” Και βέβαια θα χέσεις και να την χέσεις την Ηθική. Γιατί όποια άτεγκτη Ηθική υπαγορεύεται από την οικογένεια, την εκκλησία και τους δήμιους του φόβου για να αφομοιωθεί άκριτα από τα αναλώσιμα θνητά πιόνια (ναι, εμάς) του συστήματός τους, μόνο για χέσιμο είναι.

Αφού λοιπόν δείξαμε πως η κορδέλλα στον κόλο της Πατρινέλας σηματοδοτεί την παρθενορραφή της κεχεσμένης-παύλα-υπαγορευμένης Ηθικής σαν ροζ αναβοσβήνον STOP σε είσοδο μπουρδέλλου, μπορούμε να περάσουμε στην ανάλυση του πρώτου σκέλους της φράσης που είναι: “έχεις πούτσο στα μαλλιά.” Ο Πούτσος, ή με λόγιους όρους, το φαλλικό σύμβολο, εμπεριέχει την αναπαραγωγή και την γονιμοποιήση. Γιατί όμως στα μαλλιά; Τα μαλλιά για την γυναίκα είναι άρρητα συνδεδεμένα με την φύση της, και με το ποιά είναι. Για αυτό και όλας όλες τρέχουν στο κομμωτήριο κάθε τρεις και λίγο. Κατεπέκταση δεν λέμε κάτι βλάσφημο εκτός του ότι η αναπαραγωγή είναι άρρητα συνδεδεμένη με την φύση της γυναίκας. Η χρήση της brutal ορολογίας είναι προς την ανάδειξη των σπουδαίων (Πανούσης ειπείν). Ενώ λοιπόν τα όμορφα μαλλιά συνδέονται με τις πιθανότητες αναπαραγωγής της εκάστοτε γυναικός και την υπαρξιακή ερώτηση “Τι πούτσο θα λάβεις μωρή;”, τα δύο άκρα του γυναικείου σώματος ορίζουν επακριβώς τους δύο πόλους μεταξύ των οποίων η γυναίκεια ύπαρξη τραμπαλίζεται ωσότου ζαλιστεί και πέσει κάτω: τον φυσιογνωμικό (κεφάλι/κόλος) και τον φιλοσοφικό (γονιμοποίηση/Ηθική).

Σε μια βουδιστική ενδοσκόπηση του γυναικείου είδους δύο χιλιάδες χρόνια πριν, οι εκπρόσωποί του αποφάσισαν την μέση οδό, και αυτή ήταν .. το Βυζί. Το Βυζί βρίσκεται ακριβώς στο σωματικό μέσο, και ανακουφίζει από τον πρωκτικό/φιλοσοφικό πόνο μέσα από το Μυστήριο του Γάμου. Με όρους της μαλλιαρής, θα το εκφράζαμε ως εξής: “Θα σου δείξω το Βυζί μου και θα με παντρευτείς. Και τότε θα είναι Ηθικό (του κόλου) να με ξεσκίζεις (γονιμοποιήσεις) γιατί αυτό έχω στο μυαλό μου (μαλλιά)”. Οι εκπρόσωποι έκαναν καλή έρευνα αγοράς και ήξεραν πως το target group που χρειάζονταν ήταν μία στοίβα ανωμαλιάρηδων ηδονοβλεψιών τριχωτών ούγκα-ούγκα που πλακώνονταν όλη την ώρα, τους Άντρες. Και επειδή η φυλή των Αντρών ήταν πιο ηλίθια από αυτή των γυναικών, το έχαψαν το παραμύθι και νόμιζαν πως το Βυζί σημαίνει άλλα. Νόμιζαν πως σημαίνει θαλπωρή και συντροφικότητα (Ζευγάρι), άλλοι πάλι νόμιζαν πως σήμαινει ομαδικός αυνανισμός με δύο (σεξουαλικό αντικείμενο παροχής μονομερούς ευχαρίστησης), ένω πάλι άλλοι νόμιζαν πως σηματοδοτούσε την εποχή της οργανικής σκούπας που ρουφάει την σκόνη (φιλιπινέζα). Μέσα σε αυτό τον χαμό, οι Άντρες μην έχοντας χρόνο για σκέψη πήραν το Βυζί και πήγαν στην Εκκλησία. Μόνο λίγο καιρό μετά ανακάλυψαν πως δεν υπάρχουν αυτονόητα, και πως όταν λάλησαν: “Αποτάσσομαι τον Σατανά”, αποτάχθηκαν κάθε δικαίωμα από την ζωή, από και την (Επικουρική) Ηδονή, και στρατολογήθηκαν στην Ηθική του κόλου. Στην Ηθική που φοράει κορδέλλα και είναι σαν ροζ ανασβήνον STOP έξω από είσοδο μπουρδέλου ..

ΥΓ: Για τα τέσσερα παλικάρια που ήρθαν και έφυγαν. Και για τα άλλα τόσα που θα έρθουν και θα φύγουν. Για όλους εμάς που πρέπει να θυμόμαστε πως κάθε στιγμή μετράει, και φεύγει χωρίς δανεικά, γιατί δανεικά δεν υπάρχουν. Ότι έδωσες έδωσες, και ότι πήρες πήρες. Την επόμενη φορά (που δεν είναι μακρυά) σκέψου τι θα δώσεις, και τι (βρακί) θα λάβεις .. μωρή.

Νέα-ελληνική οικογένεια

Και η νέα-ελληνική οικογένεια, ποζάρει. Σε άκρατο αποικιακό στυλ ως ηλικιωμένος με ακράτεια, ποζάρει κάτω από ανταριασμένες θάλασσες,  τυφώνες στους ουρανούς, και πλοία δυνατά, πεπεισμένα και ταγμένα στον σκόπο για την Γή της Επαγγελίας. Η Χριστιανική οικογένεια ενωμένη, δυνατή, αγαπημένη όσο ποτέ, βρίσκεται στον βυθό ενός κόσμου που αλλάζει, μιας θάλασσας που μαίνεται. Το δίπολο ξεχωρίζει ακριβώς στην κάθετο που ορίζει η θέληση του καπετάτανιου. Τα πετσετάκια πίσω φόντο δεξία, να ψιθυρίζουν υπαγορεύοντας την Δεξία τετραπληγική Παράδοση του χθές, και το φιλότιμο που πουλιέται για ένα πιάτο ρεβυθάδα με μία τζούρα από “Και η Παναγιά Μαζί Σου.” Το φωτιστικό ευτυχώς λειτουργεί σαν ηχείο από  γέλιο του Κωνσταντάρα, ενώ όλο το σετ γλυστράει νωχελικά προς στους Δέκα Μικρούς Μήτσους. Το ζευγάρι του πάθους στα κόκκινα αν και κρατιέται δυνατά. τείνει και αυτό να υποκύψει στην Μαφία της Μονοπυρηνικής Οικογένειας. Τα ψεύτικα λουλούδια στο κέντρο διανθίζουν το ρεαλιστικό σουρρεάλ των χαμογέλων, ενώ οι αθάνατοι πρόγονοι αποθανατίζουν την (στιγμή στην) αιωνιότητα.

Πολιτιστική ένδεια

Υπάρχουν πόλεμοι που καλύτερα να μην συμμετέχεις. Το λέει και ο Πολεμιστής του Φωτός. Αυτοί οι πόλεμοι σε βάζουν στην μέση, και σου ρίχνουν όλοι. Δύο επιλογές έχεις, είτε γιγαντώνεσαι, και τους ρίχνεις μία και τους κατατροπώνεις με το Θείο Χέρι του Σίβα, είτε κουβαριάζεσαι και πεθαίνεις. Διαλέγεις και παίρνεις.

Και αν τα παραπάνω φαίνονται φιλοσοφικά, δεν είναι καθόλου. Αυτοί είναι οι πόλεμοι της διπλής ζωής της Βερόνικας. Είναι οι πολιτισμικοί, εσωτερικοί και ατομικοί πόλεμοι που ακολουθούν την Παγκοσμιοποίηση. Είναι το νέο φρούτο της πτώσης των συνόρων, της ευκολίας της μετακίνησης, της ελευθερίας βούλησης, των επιλογών. Κοντολογείς, είναι η μετενσάρκωση της κατά βούληση μετανάστευσης, γνωστή και ως κοινωνικός αυτο-εξορισμός.

Όταν άνοιξαν τα σύνορα για την Ευρώπη, μάλλον πολύ λίγες χώρες είχαν προετοιμάσει τους πολίτες τους για αυτό που θα συνέβαινε. Σίγουρα η Ελλάδα δεν ήταν μία από αυτές. Η Ελλάδα αντιμετώπισε την Παγκοσμιοποιήση όπως όταν ανεβαίνουν οι τιμές του αρνιού το Πάσχα: με αδιαφορία. Έστειλε τους νέους για Erasmus, σε ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια, ώθησε άλλους να βρουν εργασία στο εξωτερικό (για να γλιτώσει από τους ανέργους), και ποτέ δεν νοιάστηκε ξανά για αυτούς — όπως βέβαια είχε κάνει και στο παρελθόν για όλους αυτούς που μετανάστευσαν στην Γερμανία, στον Καναδά, στην Αυστραλία για μια χούφτα δολλάρια.

Η Ελλάδα. Μία χώρα που την ενδιαφέρουν δύο πράγματα κυρίως: να έχεις τελειώσει το στρατιωτικό σου, και να είσαι τίμιος προς το τίμιο(;) κράτος. Όλα τα άλλα τα έχει λύσει η χώρα που πρεσβεύει το λίκνο του πολιτισμού. Είναι τόσο μπροστά με αυτά τα δύο, που όλος ο υπόλοιπος κόσμος είναι σαν μαϊμούδες σε δέντρα.

Η Ελλάδα. Προσφέρει κλιματιστικά, σε ένα παρανάλωμα φωτιάς, κάθε καλοκαίρι — στην περίπτωση που το χάσατε πέρισυ, μην ανησυχείτε, θα έχουμε το show και φέτος. Προσφέρει ψέμματα, και ένδεια σε τιμές ευκαιρίας. Επίσης προσφέρει έναν κοινωνικό ιστό που οι αράχνες της προηγούμενης γενιάς εύκολα μπορούν να δηλητηριάσουν και να σκοτώσουν τα νεογνά τους, ήδη από τα πρώτα τους βήματα.

Η Ελλάδα κατά της Αμερικανοποιήσης, κατά του Γερμανικού ναζισμού, κατά του κοινωνικού διαχωρισμού. Η Ελλάδα με τα δημοτικά της γκέτο: Εξάρχεια, Βόρεια και Δυτικά προάστια, πρωτεύουσα κατά της υπόλοιπης χώρας, κ.ο.κ. Η Ελλάδα με τα μεγάλα της τα λόγια, και τους αχρείους κυβερνώντες υπανθρώπους, αυτο-εκλεγομένους λόγω της γενιάς τους.

“Δεν έχω χρόνο να ασχοληθώ” — αυτή είναι η πρόταση στο στόμα μας. Και δεν έχουμε άδικο. Κυνηγάμε τα ευρώ σαν αγριομπεκάτσες υπο εξαφάνιση στον Έβρο. Δεν έχει σημασία τι θα κάνουμε. Αρκούν άλλα 50 ευρώ. Και άλλα 50. Θα τα δώσει η γιαγιά; Τι έγινε με τον θείο στο νοσοκομείο; Δάνεισε μου και θα στα δώσω. Θέλω να πάω και ένα τριήμερο διακοπές. Σκατά! Έχουμε επέτειο και πρέπει να πάμε σε εστιατόριο. Που θα κάνουμε Χριστούγεννα; Στους δικούς σου ή στους δικούς μου; Και το Πάσχα; Σε 5 χρόνια παίρνω σύνταξη, μα δεν έχω ένσημα. Ήταν εκείνα τα λεφτά που έπερνα extra για να πληρώσουμε τις πάνες του παιδιού. Τι; Δεν έχεις όρεξη για sex; Ναι, και βέβαια έχω, απλά δεν ξέρω τι θα μου πει αύριο ο διευθυντής για την τρίμηνη συμβασή μου. Όλο άγχος είσαι, αμάν πια! Έλα να χαλαρώσουμε.

Και έτσι το ρίχνεις στα σουβλάκια. Για να καταπολέμησεις την σούβλα που τρυπάει καθημερινά το στομάχι σου, από τις ηλίθιες μαλακίες του κοινωνικού σου περιβάλλοντος, που δεν έχεις χρόνο να αλλάξεις. Και σου μένει μόνο ο ήλιος. Και οι 40 βαθμοί κελσίου.

Καλό σας βράδυ._

Μου είπες

Αφού διάβασα τα τελευταία 10 άρθρα μου, αποφάνθηκα πως κατάντησα να γράφω σαν μαλάκας, και ούτε εγώ δεν μπορώ να με διαβάσω. Θες επαφή με την πραγματικότητα, θες οξεία αυτο-κριτική, θα σου πω την αλήθεια: με βαρέθηκα!

.. και έτσι ιδρύω την στήλη “Μου Είπες”. Την μορφή, και το περιέχομενο της στήλης το εμπνεύστηκα από την τελευταία μου κάθοδο στην Πατρίδα. Πέρασα τον Κέρβερο (τον supervisor), και ο Χάροντας (το αεροπλάνο) με μετέφερε στην Χώρα του Κάτω Κόσμου (Νότου) για να συναντήσω τις χαμένες ψυχές (λόγω απόστασης) οικογένειας και φίλων.

Αν κατέβεις λίγο πιο κάτω από τον Ομφαλό της Γης (Αθήνα), μπορείς να περάσεις τον Άδη, και να φτάσεις στον Παράδεισο. Εκεί πέρασα ένα πενθήμερο με ένα ουρί του παραδείσου. Επειδή είχα μόνο 2 οβολούς, έπρεπε να επιστρέψω σύντομα στο σύγχρονο νεκρομαντείο Αθηνών για να πάρω τους χρησμούς. Και τους πήρα. Και οι χρησμοί .. “Μου Είπαν.” Όπως σε κάθε νεκρομαντείο από αρχαιοτάτους χρόνους, ο ζητών τον χρησμό χρίζει ελάχιστης επικοινωνίας με τις χαμένες ψυχές, και η επικοινωνία είναι ως επί το πλείστον μονομερής. Δηλαδή, λες μία σύντομη ερώτηση, και κάθεσαι και ακούς για τρεις ώρες. Επαναλαμβάνεις, μεχρις ότου αισθανθείς πλήρης, ή εξουθενωμένος, whichever comes first — που λένε και οι βάρβαροι.

Και οι ψυχές “Μου Είπαν”. Μου είπαν πως δεν υπάρχει όνειρο, δεν υπάρχει αλλαγή, δεν υπάρχει ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, δεν υπάρχει φως στο τουνελ (σε αντίθεση με την γνωστή τηλεπαρουσιάστρια), δεν υπάρχουν λεφτά, δεν υπάρχουν όνειρα (δις), πως όλα είναι δύσκολα, πως οι άλλοι φταίνε, πως το ένα δεν γίνεται, και το άλλο δεν μπορεί, πως μας είμαστε φερέφωνα, πως είμαστε χειραγωγημένοι, πως είμαστε μαλάκες, πως είμαστε κολλημένοι, πως δεν ζούμε, πως φταίνε οι παπάδες, πως φταίνε οι κυβερνήσεις, πως φταίνε οι γονείς, πως φταίνε οι παπούδες, και οι παπούδες των παπούδων, πως πέσανε οι τιμές των αυτοκινήτων, πως δεν υπάρχει ασφάλεια, πως έχει αυξηθεί η Ασφάλεια, πως έχει αυξηθεί το ΙΚΑ, και η φορολογία, πως η νεολαία παραπαίει, και πως οι μεσήλικες βάρεσαν ανεία πριν την ώρα τους.

Αυτά έλεγαν οι ψυχές, κάνοντας επικινδύνως αμφίβολη εποικοδομητική κοινωνική και προσωπική (αλλά όχι ατομική) κριτική καθώς ο ήλιος φώτιζε τον Άττικο ουρανό και πρόσφερε θερμοκρασίες των 30 βαθμών κελσίου. Οι λεμονιές, οι νερατζιές και τα νυχτολουλούδα ευχαριστημένες από το δώρο, κράταγαν το μυρωδικό ισο στο κελάηδημα των — επίσης ευχαριστημένων — πουλιών. Οι ψυχές συνέχιζαν να μιλούν για τα παραπάνω ακατάπαυστα, σιγοντάροντας τον Γκιώνη. Μέσα στο φάλτσο αυτής της παράταιρης αρμονίας, το ουρί απολάμβανε ανέγγιχτο τις ζωογόνες επιδράσεις της Άνοιξης σαν να ξαναζούσε τα Διονυσιακά Μυστήρια. Και ένα βράδυ, σε ένα ανύποπτο χωροχρονικό σημείο κάπου στα Νότια του λεκανοπεδίου, ενώ χαιρόμουν την συντροφιά με το ουρί, την αδελφή ψυχή, και ένα μπουκαλάκι ούζο, εξηγήθηκε εμπρός στα μάτια μου, η πεμπτουσία της σύγχρονης επικοινωνίας: “το Τίποτα.” Παραθέτω παράδειγμα:

Α: Καλά, πως το άντεξες αυτό τότε;
Β: Άσε ρε, μην μου το θυμίζεις.
Γ: Μην είσαι βλάκας
Β: Ρε, σου λέω άσε με, γιατί μου γυρίζουν τα λαμπάκια προς τα μέσα
Α: Πάντως, δεν το πήγες άσχημα
Β: Τι άσχημα ρε, λαμπόγυαλο θα τα είχα κάνει αμα δεν ..
Γ: Καλά, εσύ είσαι και νευρικός
Β: Αμά δεν ήταν ο άλλος, δεν ξέρω και εγώ τι θα είχε γίνει
Α: Ρε, και εγώ είχα τσιτώσει, αλλά δεν έπρεπε να μπεις έτσι
Β: Ε, πως. Δηλάδη και τι να έκανα; Να κάθομουν με σταυρωμένα χέρια; Ρε Γ. πες του, μπροστά δεν είσουν;
Γ: Έλα μωρέ τώρα, κάθεσαι και ασχολείσαι
Α: Γίνεται να μην ασχοληθεί; Εδώ μόνο που τα θυμάμαι και συφιλιάζομαι
Β: Γαμήσε τα ρε. Τι περάσα ..
Γ: Ευτυχώς που δεν κατέληξε σαν την άλλη φορά δεν λες;
Α: Τι; Με τους άλλους;
Γ: Ναι ρε, δεν θυμάσαι τι είχε γίνει;
Β: Ασε μωρέ με τους μαλάκες
Γ: Πάντως ίσως να μην αυτό το πρόβλημα
Α: Έλα μωρέ τώρα που δεν ήταν αυτό το πρόβλημα
Β: Παιδιά, εγώ είμαι ήρεμος, ήρεμος, αλλά ορισμένα πράγματα δεν τα μπορώ
Α: Κανονικά έπρεπε να τους είχαμε τσακίσει τα κόκκαλα με την μαλακία
Γ: Είσαι και έσυ όμως τσιτωμένος ε;
Β: Καλά κάνει ρε, δηλαδή εσύ είσαι χαλαρός με αυτά τα πράγματα;
Γ: Όχι, αλλά να ..
Α: Ε, τι να, και ξε-να. Ή το κάνεις, ή δεν το κάνεις
Β: Ευτυχως που ο έτσι είπε αυτό, ειδάλως θα κλαίγαμε πίτσουνια

όπως καταλαβαίνετε, η παραπάνω συζήτηση τρίων προσώπων μπορεί να συνεχιστεί επ’άπειρον. Για αυτό είναι η πεμπτουσία της σύγχρονης επικοινωνίας. Μπορείς να μιλάς για ώρες, χωρίς να λες τίποτα, χωρίς καν να νομίζεις πως επαναλαμβάνεσαι. Είναι η συζήτηση του Τίποτα. Την ακούμε, και την κάνουμε καθημερινά. Η Αχίλειος πτέρνα της είναι πως κανείς δεν ακούει τι λέει ο άλλος. Απλά θέλει να μιλήσει ο ίδιος, θέλει να μιλήσει γιατί θα σκάσει. Θέλει να μιλήσει για να αυτοεπιβεβαιωθεί. Για να επιβεβαιωθεί πως υπάρχει, πως είναι κάτι. Γιατί όλα γύρω του τον προστάζουν πως είναι τίποτα.

Την επόμενη φορά, να θυμηθώ να διακόπτω το Τίποτα, ακόμα και αν είμαι ήδη σε διακοπές.

Δείπνο ηλικιών και εθνοτήτων

Σήμερα παρευρέθηκα σε ένα διεθνικό δείπνο. Η αφορμή ήταν να δούμε πως περνάνε τις Κυριακές στην Γερμανία. Το φαγητό ήταν το παραδοσιακό γερμανικό πιάτο που σερβίρεται στα γερμανικά οικογενειακά τραπέζια κάθε Κυριακή. Συνίστατο από πατάτες πουρέ σε μορφή μπάλας, στης οποίας το κέντρο ήταν ένα τετράγωνο κομμάτακι (κρουτόν) χωριάτικο ψωμί ελαφρώς τηγανισμένο. Το γεύμα συνοδευόταν από κρέας στην κατσαρόλα με μανιτάρια, ή και κρασάτο και βραστό λάχανο. Ήταν άψογο.

Και ενώ τα παραπάνω φιγουράριζαν επί της τράπεζας προς τέρψη των παρευρισκομένων, η βιοποικίλοτητα περί αυτής ήταν ιδιαίτερως αυξημένη: ένα ζευγάρι Αμερικάνων, ένας Άγγλος, ένας Ολλανδό-Νεο Ζηλανδός, μία Ουκρανή, μία Κινέζα, ένας Έλληνας (εγώ), και βεβαίως η Γερμανίδα οικοδέσποινα. Ίσως να σας κάνει αρχή από ανέκδοτο, αλλά η παραπάνω σύσταση εκτός του  Αμερικανικού και Αγγλικού μέρους έχει επιδείξει ανώτερη λειτουργικότητα και αυξημένη απόδοση στην κλίμακα του “περνάμε καλά.” Ιστορίες από την κάθε χώρα, από ταξίδια που έχει κάνει ο καθένας, και πολιτισμικές διαφορές με την κατάλληλη ποσότητα μπύρας καταλήγουν αρκετές φορές σε γέλια και πειράγματα που ενισχύουν το δέσιμο της ομάδας, αν και ίσως κάποιες φορές παρατραβάνε λίγο στο “η ομάδα είναι για δέσιμο.”

Η προσθήκη των εθνικοτήτων ΑΑ άλλαξε όμως την δυναμική. Οι συζητήσεις από ανάλαφρες και με λίγη δόση πειράγματος πήραν μία τροπή σοβαροφανή, όπως μιλάνε οι “μεγάλοι.” Τα κλισέ πήγαιναν και ερχόντουσαν, οι κοινοτοπίες σιγοντάριζαν, και από κάποιο σημείο και μετά ούτε το πρωτοκόλλο του φαγητού-ποτού-καφέ-γλυκού-επιτράπεζιου δεν μπόρεσε να σώσει την κατάσταση. Η αλήθεια είναι πως δεν μπορώ τις συζητήσεις επί του γενικού και αορίστου. Προτιμώ τις συζητήσεις που περιέχουν μια προσωπική κατάθεση: μία ιστορία, μία εμπειρία, ένα συναίσθημα, ένα κάτι. Ειδάλλως αισθάνομαι πως χάνω τον χρόνο μου.

Εντελώς τυχαία, το πρωινό της ίδιας μέρας, ο αδελφός Δημήτρης μου έστειλε ένα καταπληκτικό link για δω την πραγματική μου ηλικία. Στο τεστ βγήκα πως είμαι 16.4 χρονών και πως θα ζήσω εως τα 86 μου. Δεν είναι άσχημα για πρόβλεψη για ένα σύστημα που έχει φτιαχτεί από ανθρώπους που νομίζουν πως το όριο της ανθρώπινης ζωής είναι τα 100 χρόνια μάξιμουμ.

Καθώς έφευγα από το δείπνο θυμήθηκα πως η σελίδα αποφάνθηκε πως είμαι 16.4 χρονών, και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό μου. Γιατί πραγματικά, αν ρωτήσεις ένα παιδί 16 χρονών πως περνάει στα κυριακάτικα οικογενειακά τραπέζια, θα σου πει πως είναι βαρετά μέχρι αηδίας γιατί οι μεγάλοι συζητάνε όλα αυτά τα χαζά, ανούσια και βαρετά πράγματα. Και έτσι, χώνεται στο Nintendo του μέχρι να γυρίσει σπίτι και να ηρεμήσουν τα αυτιά του.

Έτσι και εγώ σκεφτόμουν σήμερα: αχ, και να είχα ένα Nintendo. Για καλή μου τύχη, ένα Κινέζικο Σκάκι βρέθηκε στο διάβα μου και χάθηκα σε μία παρτίδα  με την κοπέλα από την Κίνα. Παίζαμε  χωρίς να μιλάμε, συγκεντρωμένη στην παρτίδα ..

Αγγουροσαλάτα με λίγδα

Αγγουροσαλάτα και λίγδα με μπόλικο τζατζίκι ποτισμένο στον απόηχο μιας τηλεόρασης βουβής, μέσα σε ένα βραδυκίνητο σουβλατζίδικο όπου νεαρός πακετάς περιμένει να τελειώσει η βάρδυα του και μαζί με αυτήν και η ζωή του. Κρατώντας ένα μισοτελειωμένο τσιγάρο με την στάχη ανέγγιχτη ως μέτρο της απάθειας του, μετράει τον χρόνο σε τζούρες και Μάρλ(δε)μπορό, καθώς νωχελικά έχει αραδιάσει το κορμί του σε 2 καρέκλες καφενείου, αναπόσπαστο αξεσουάρ των 6 κατά τα άλλα άδειανών τραπεζιών που βρίσκονται στον χώρο, υποσυνείδητα μιμώμενος τα αρχαία Ρωμαϊκά ανάκληντρα. Το παπάκι του, τον περιμένει έξω βήχοντας καπνό σαν ψωριασμένο μουλάρι, σε χειμερινές θερμοκρασίες των .. 15 βαθμών. Σίγουρα χρειάζεσαι μία ζακέτα. Η μάνα στο σπίτι ζεί στον δικό της τάφο παρέα με τα σεμεδάκια, στο γυαλισμένο με χλωρίνη σπίτι. Ο σύζυγος χαμένος στην δική του ανυπαρξία βρίσκεται σκελετώμενος με την προεξέχουσα κοιλιά του στο καθιστικό, αναπόσπαστο κομμάτι του μπράτσου του καναπέ, το οποίο και τον υιοθέτησε από τότε που γυρίσανε από το μήνα του μέλιτος στην Κυλήνη, 30 χρόνια πριν και βάλε. Continue reading ‘Αγγουροσαλάτα με λίγδα’

Γυαλιά ηλίου, Καλοκαίρι 2008

Εκτός από το γυαλί του Ακάλυπτου στο “Και οι Παντρεμένοι έχουν(;) Ψυχή” κάνενα άλλο γυαλί ποτέ δεν μου άρεσε. Συνήθως τα χρησιμοποιώ για στέκα στο μαλλί κατά τα Αυγουστιάκα μελτέμια ανά την Μεσόγειο. Καθώς απολαμβάνω τον καφέ μου, το μαλλί ανεμίζει ανέμελα, και τα αμέριμνα σερνόμενα και παντόφλα φέροντα θηλυκά έχουν όλο τον χρόνο να κοστολογήσουν το γυαλί, να θαυμάσουν την κόμη, να χαθούν στο αγέρωχο βλέμμα που με την σειρά του χάνεται στην θάλασσα και τελικά να συνεχίσουν τον δρόμο τους παραπατώντας. Άλλωτε, τα αφήνω στον βράχο δίπλα που από εκεί που αγναντεύω και όταν θυμάμαι να φύγω, τα πατάω για να μετρήσω το κατώφλι πλαστικής μεταμόρφωσης του σκελετού.

Continue reading ‘Γυαλιά ηλίου, Καλοκαίρι 2008′