Έψαχνα για τα “Πέτρινα Χρόνια” του Βούλγαρη και καθώς βρήκα ένα σχετικό μπλογκ και ξεκίνησα να διαβάζω, ξαφνικά κάτι ξεκίνησε να παίζει από πίσω. Στην αρχή ξαφνιάστηκα, αλλά λίγες στιγμές αργότερα αφουγκράστηκα καλύτερα: έπαιζε το πρωτοχρονιατικό επεισόδιο της Λιλιπούλης από 1979 στο 1980. Στα πρώτα λεπτά θα ακούσετε τα προβλήματα που απασχολούσαν τότε τον κόσμο μας. Για σκεφτείτε, έχουν αλλάξει πράγματι τόσα όσα πιστεύουμε ή η υπερβολικά έντονη ενασχόληση με την καθημερινότητα την κάνει να μοιάζει με αιωνιότητα;
Πάρτε τα μπογαλάκια σας και σε άλλο μαχαλά. Ο καλυτερος δε μαχαλάς που μπορείτε να βρεθείτε είναι ο μα(σ)χαλάς των κοντίνων σας ανθρώπων. Όχι αυτών που έχετε ανάγκη να συναναστρέφεστε και να έχετε σχέσεις (ναι, οι γκόμενοι/ες εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία) , αλλά αυτών που είναι πραγματικά κοντινοί σας ακόμη και όταν οι αποστάσεις που σας χωρίζουν είναι μερικές δεκάδες/χιλιάδες χιλιόμετρα.
Με το κλείσιμο του Δεκέμβρη και το χειμερινό ηλιοστάσιο στις 21 ή κάπου ‘κει Δεκεμβρίου, η χειμερινή ενδοσκόπηση λαμβάνει τέλος, και προχωράμε –επιτέλους– μπροστά. Νέα δύναμη, κινητικότητα, και ζωή ξεκινάει από τις 21 Δεκέμβρη. Αυτή είναι η Πρωτοχρονιά. Όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς περιτύλιγμα. Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιές, κτλ, είναι η γιορτή του χειμερινού ηλιοστασίου, η χαρά της αλλαγής και η απαρχή της ζωής. Γιατί ο Ήλιος είναι Ζωή.
Τώρα, τι πρέπει να κάνετε. Γράψτε τα όλα στ’αρχίδια σας. Αυτό κυρίως. Εαν δεν τα έχετε ήδη γράψει δηλαδή. Πάρτε βαθιές αναπνοές, χαλαρώστε, και ετοιμαστείτε να δεχτείτε το κύμα ενέργειας που ετοιμάζεται για εσάς καθώς η μέρα μεγαλώνει. Δεχτείτε το αρχικά παθητικά, και ξεκινήστε να γίνεστε ένα με αυτό μέχρι να ενεργοποιηθείτε και να εκσενδονιστείτε όσο πιο μακρύα στους στόχους σας κατά τα μέσα Απρίλη/Μάη. Το καλοκαίρι χαλαρώστε. Τον Σεπτέμβρη και τον Οκτώβρη αποστασιοποιηθείτε, τον Νοέμβρη και τον Δεκέμβρη ενδοσκοπηθείτε. Τον Γενάρη γιορτάστε, τον Φλεβάρη γουργουρίστε, τον Μάρτη τσιτώστε, τον Απρίλη χτυπήστε το χέρι στο τραπέζι, τον Μάη δώστε την γροθιά στο μαχαίρι, τον Ιούνη απολαύστε του καρπούς των κόπων σας. Τον Ιούλη απολαύστε, και τον Αύγουστο αφεθείτε στην ραθυμία της ζέστης. Και ο κύκλος επαναλαμβάνεται .. Και η σπείρα εξελίσσεται .. Μαζί με αυτή και εμείς ..
Καλή αιωνιότητα να έχουμε ..
Αν και ελαφρώς εκτός τόπου και χρόνου, ειδού ατάκες περί πολιτικής και δημοκρατίας. Δια χειρός Vassilis:
Μία από τις τιμωρίες επειδή δεν θέλετε να συμμετάσχετε στην πολιτική είναι ότι καταλήγετε να σας κυβερνούν κατώτεροί σας – Πλάτωνας
Το μόνο που μαθαίνουμε από τις νέες εκλογές είναι ότι δεν μάθαμε τίποτα από τις προηγούμενες – Αμερικάνικη Παροιμία
Πάντοτε θέλουμε ο καλύτερος να κερδίσει τις εκλογές. Δυστυχώς, αυτός ο καλύτερος ποτέ δεν συμμετέχει στις εκλογές – Γουίλ Ρότζερς
Πατρινέλα, Πατρινέλα έχεις πούτσο στα μαλλιά και στον κόλο σου κορδέλλα. Αυτή μάλλον είναι η φράση που χαρακτηρίζει τις γυναίκες κατά το Πατρινό έθιμο του Ντόμινο κάθε Καρναβάλι, και επειδή κάθε μέρα είναι Καρναβάλι, ο ισχυρισμός μπορεί να γενικευθεί χωρίς να περιέλθει βλάβη στην ακρίβεια για όλες τις τριακόσιες εξήντα πέντε (ενίοτε και έξι) μέρες που έχει ο χρόνος.
Να εξηγούμαστε για να μην παρεξηγούμαστε, Πατρινέλα είναι τύπος γυναίκας, και ουχί η γυναίκα από την Πάτρα που θα νομίσει ο ανόητος. Αν ίσχυε κάτι αντίστοιχο, η Γιαννέλα θα έπρεπε να είναι η γυναίκα από τα Γιάννενα, ενώ στην ουσία σημαίνει “Γιάννη έλα” και χρησιμοποιείται κυρίως στην λαϊκή, στην ψαραγορά και ενίοτε στις επιτηρήσεις στο πανεπιστήμιο για να δείξει την βιασύνη του προσφονώντα, και ουδεμία σχέση έχει με γυναίκες– όπερ έδει δείξαι. Αν και φαινομενικά ομώνυμα, δεν πρέπει να τα μπερδεύουμε ειδάλλως θα βρούμε τον μπελλά μας, και θέλουμε να είμαστε politically correct για να μας αγαπάει ο κόσμος και να μπορεί να μας γαμάει το σύστημα άνετα χωρίς να τσούζει (το σύστημα).
Επιστροφή λοιπόν, Πατρινέλα, Πατρινέλα έχεις πούτσο στα μαλλιά και στον κόλο σου κορδέλλα. Προφανώς η κορδέλλα, όπως σε όλους τους αγώνες, πολιτικούς και αθλητικούς σηματοδοτεί είτε την εκκίνηση, π.χ. “Ο Πρωθυπουργός έκοψε την κορδέλλα των εγκαινίων της νέας του βίλλας”, είτε τον τερματισμό, π.χ. “Ο Σπύρος Λούις έκοψε την κορδέλλα κάνοντας νέο παγκόσμιο ρεκορ”. Από αυτά καταλαβαίνουμε, πως όπου υπάρχει κορδέλλα το πλαίσιο είναι πολύ σημαντικό. Για αυτό η Πατρινέλα φυλάει τον κόλο της, και τον φυλάει καλά. Εδώ πρέπει βέβαια να διασαφηνίσουμε κάτι. Ο Δυτικός σύγχρονος κόσμος πιστεύει πως τα συναισθήματα είναι στην καρδιά, και η λογική στο κεφάλι. Το κομμάτι του παζλ που λείπει (εσκεμμένα) είναι πως η Ηθική είναι στον κόλο–ναι, στον πρωκτό. Ο λόγος είναι για να μπορούμε να την χέζουμε άνετα και άνευ δυσκολίας. Πες ότι σου έρχεται κόψιμο και δεν κρατιέσαι, τι θα κάνεις; Μήπως θα πεις “α, όχι, δεν θα χέσω, γιατί θα λερωθεί η Ηθική μου;” Και βέβαια θα χέσεις και να την χέσεις την Ηθική. Γιατί όποια άτεγκτη Ηθική υπαγορεύεται από την οικογένεια, την εκκλησία και τους δήμιους του φόβου για να αφομοιωθεί άκριτα από τα αναλώσιμα θνητά πιόνια (ναι, εμάς) του συστήματός τους, μόνο για χέσιμο είναι.
Αφού λοιπόν δείξαμε πως η κορδέλλα στον κόλο της Πατρινέλας σηματοδοτεί την παρθενορραφή της κεχεσμένης-παύλα-υπαγορευμένης Ηθικής σαν ροζ αναβοσβήνον STOP σε είσοδο μπουρδέλλου, μπορούμε να περάσουμε στην ανάλυση του πρώτου σκέλους της φράσης που είναι: “έχεις πούτσο στα μαλλιά.” Ο Πούτσος, ή με λόγιους όρους, το φαλλικό σύμβολο, εμπεριέχει την αναπαραγωγή και την γονιμοποιήση. Γιατί όμως στα μαλλιά; Τα μαλλιά για την γυναίκα είναι άρρητα συνδεδεμένα με την φύση της, και με το ποιά είναι. Για αυτό και όλας όλες τρέχουν στο κομμωτήριο κάθε τρεις και λίγο. Κατεπέκταση δεν λέμε κάτι βλάσφημο εκτός του ότι η αναπαραγωγή είναι άρρητα συνδεδεμένη με την φύση της γυναίκας. Η χρήση της brutal ορολογίας είναι προς την ανάδειξη των σπουδαίων (Πανούσης ειπείν). Ενώ λοιπόν τα όμορφα μαλλιά συνδέονται με τις πιθανότητες αναπαραγωγής της εκάστοτε γυναικός και την υπαρξιακή ερώτηση “Τι πούτσο θα λάβεις μωρή;”, τα δύο άκρα του γυναικείου σώματος ορίζουν επακριβώς τους δύο πόλους μεταξύ των οποίων η γυναίκεια ύπαρξη τραμπαλίζεται ωσότου ζαλιστεί και πέσει κάτω: τον φυσιογνωμικό (κεφάλι/κόλος) και τον φιλοσοφικό (γονιμοποίηση/Ηθική).
Σε μια βουδιστική ενδοσκόπηση του γυναικείου είδους δύο χιλιάδες χρόνια πριν, οι εκπρόσωποί του αποφάσισαν την μέση οδό, και αυτή ήταν .. το Βυζί. Το Βυζί βρίσκεται ακριβώς στο σωματικό μέσο, και ανακουφίζει από τον πρωκτικό/φιλοσοφικό πόνο μέσα από το Μυστήριο του Γάμου. Με όρους της μαλλιαρής, θα το εκφράζαμε ως εξής: “Θα σου δείξω το Βυζί μου και θα με παντρευτείς. Και τότε θα είναι Ηθικό (του κόλου) να με ξεσκίζεις (γονιμοποιήσεις) γιατί αυτό έχω στο μυαλό μου (μαλλιά)”. Οι εκπρόσωποι έκαναν καλή έρευνα αγοράς και ήξεραν πως το target group που χρειάζονταν ήταν μία στοίβα ανωμαλιάρηδων ηδονοβλεψιών τριχωτών ούγκα-ούγκα που πλακώνονταν όλη την ώρα, τους Άντρες. Και επειδή η φυλή των Αντρών ήταν πιο ηλίθια από αυτή των γυναικών, το έχαψαν το παραμύθι και νόμιζαν πως το Βυζί σημαίνει άλλα. Νόμιζαν πως σημαίνει θαλπωρή και συντροφικότητα (Ζευγάρι), άλλοι πάλι νόμιζαν πως σήμαινει ομαδικός αυνανισμός με δύο (σεξουαλικό αντικείμενο παροχής μονομερούς ευχαρίστησης), ένω πάλι άλλοι νόμιζαν πως σηματοδοτούσε την εποχή της οργανικής σκούπας που ρουφάει την σκόνη (φιλιπινέζα). Μέσα σε αυτό τον χαμό, οι Άντρες μην έχοντας χρόνο για σκέψη πήραν το Βυζί και πήγαν στην Εκκλησία. Μόνο λίγο καιρό μετά ανακάλυψαν πως δεν υπάρχουν αυτονόητα, και πως όταν λάλησαν: “Αποτάσσομαι τον Σατανά”, αποτάχθηκαν κάθε δικαίωμα από την ζωή, από και την (Επικουρική) Ηδονή, και στρατολογήθηκαν στην Ηθική του κόλου. Στην Ηθική που φοράει κορδέλλα και είναι σαν ροζ ανασβήνον STOP έξω από είσοδο μπουρδέλου ..
ΥΓ: Για τα τέσσερα παλικάρια που ήρθαν και έφυγαν. Και για τα άλλα τόσα που θα έρθουν και θα φύγουν. Για όλους εμάς που πρέπει να θυμόμαστε πως κάθε στιγμή μετράει, και φεύγει χωρίς δανεικά, γιατί δανεικά δεν υπάρχουν. Ότι έδωσες έδωσες, και ότι πήρες πήρες. Την επόμενη φορά (που δεν είναι μακρυά) σκέψου τι θα δώσεις, και τι (βρακί) θα λάβεις .. μωρή.
Ποτέ, μα ποτέ μην ανοίξεις την τηλεόραση αν δεν είσαι σε τουλάχιστον κανονική ψυχολογική διάθεση. Σοβαρολογώ. Ιδίως εαν ζεις σε διαμέρισμα που το πάτωμα δεν ακουμπάει την γη. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να μπαίνεις στο σπίτι μετά την δουλειά, έχοντας αφήσει πίσω σου όχι και την καλύτερη μέρα, και να κάθεσαι μόνος σου στον καναπέ και καθώς τρως το βραδυνό-μεσημεριανό σου, να βλέπεις να ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια σου με την σειρά:
- Australia’s Top-Model
- The next Fashion-Week’s designer
- So you think you can dance
και τα τρία, με αυτή ακριβώς την σειρά προτεραίοτητας μεγενθύνουν εκθετικά ανούσια υπαρξιακά ερωτήματα όπως:
- γιατί είμαι μόνος μου στον καναπέ και έξω βρέχει και δεν είμαι στην εξωτική Νέα Γουινέα με το απόλυτο μωρό πάντα σε μπικίνι να χαμογελάει και να πίνουμε G-Spot cock-tails μέχρι το τέλος του Χρόνου;
- Πως μπορεί αυτός να σχεδιάζει ρούχα τόσο καλά και να έχει ένα μοντέλο για την πάρτυ του ώστε να εμφανιστεί στο Fashion Week την άλλη βδομάδα, και εγώ δεν μπορώ να σκεφτώ πως να γράψω 10 γραμμές δημιουργικού κώδικα εδώ και 3 μήνες;
- Πως γίνεται αυτοί να είναι τόσο καλοί χορευτές και να μένουν στην ιστορία ενώ εγώ την τελευταία φορά που έκανα ποδήλατο έπεσα πάνω σε κολωνάκι και στράβωσε το μπροστινό πηρούνι;
Η άνεση που η σημερινή τηλεόραση πουλάει την ευτυχία και την επιτυχία είναι φαινομενική! Το έχουν δουλέψει δε τόσο καλά πλέον που φαίνεται σαν η συνεχής ευτυχία, και η φυσική τελειότητα να είναι τόσο προφανή χαρακτηριστικά της ζωής, που όποιος που δεν τα έχει, δεν αξίζει ούτε πιθαμή σε αυτό τον κόσμο. So, you think you can breathe?
Μία ζωή πεταμένη σε καναπέδες και πατώματα με πράσινες μοκέτες, σε μαγαζιά που λεγόντουσαν “Mods”, και γκόμενες κόκκαλο που θεωρούσαμε ωραίες. Και ήταν μόνο το κρασί που μας έδινε τις ψευδαισθήσεις, και χαζοί δεν είμασταν τις δεχόμασταν με ευχαρίστηση. Και ξαφνικά ξυπνάς — όχι για τίποτε άλλο, αλλά επειδή βαρέθηκες — και βλέπεις το χάος που έχει απομείνει, επειδή εσύ αποφάσισες να αποχωρίσεις. Να αποχωρίσεις από το όνειρο πως μπορεί να υπάρχει κατανόηση, πως μπορεί να υπάρχει το άλλο μισό. Πως πλέον χρειάζεται να είσαι ψεύτικος για να μην ακούσεις την βραδυνή γκρίνια. Πως δεν χρειάζεται να γκρινιάξεις ή να το “παίξεις” ώστε να συνενοηθείς με το άλλο μισό και πως απλά μηνύματα, μπορεί το “άλλο μισό” να τα κατανοήσει χωρίς μεσάζοντα, χωρίς μεταφραστή. Ο μεσάζοντας πολλές φορές είναι ο τσακωμός ο ίδιος, ή άλλες φορές είναι ο/η φίλος/η που θα τα πεις για να τα πεί στα αυτιά που πρέπει να ακούσουν, ώστε τελικά τα αυτιά, να ακούσουν. Αλλά, ο Αδάμ και η Εύα δεν ήταν έτσι στον Παράδεισο και τελικά η αλλάγή από τον Παράδεισο στην Γη δεν ήταν μόνο ο Μόχθος που έπρεπε να καταβάλλουν για να επιβιώσουν. Ήταν ο Μόχθος της επικοινωνίας, ο Μόχθος να μπορεί ο καθένας να κοιτάζει τον άλλο .. στα Μάτια! .. και να λέει αυτό που θέλει χωρίς φόβο, και *με* πάθος! Εαν έχει έναν και μοναδικό λόγο η ύπαρξη της ανθρωπότητας είναι να μπορεί να αναπαράγει την ρευστότητα του Σύμπαντος.
Ο μεγαλύτερός μου εχθρός είναι ο Χρόνος. Με αυτόν τα έχω. Και ο λόγος είναι γιατί στέκεται αγέρωχος στα τεκτενώμενα του σύμπαντος. Είναι εχθρός μου όπως για τον Χριστιανό είναι εχθρός ο Μουσουλμάνος και τούμπαλιν. Γιατί έμαθα πως πρέπει να κάμπτομαι στις αλλάγες, να υπακούω στον Χρόνο, και στο τέλος να υποτάσσομαι, δηλαδή να πεθαίνω. Είναι εχθρός μου επειδή έμαθα να υπακούω στις αλλάγες όταν εκείνος τις υπαγορεύει. Εγώ και ο Χρόνος είμαστε τα αντίθετα. Φαινονομενικά είμαστε το Θηλυκό (Εγώ) και το Αρσενικό (ο Χρόνος) του Σύμπαντος. Εμπειρικά όμως προκύπτει πως το Θηλυκό (Εγώ) εμπεριέχει το Αρσενικό (τον Χρόνο) και εκεί ακριβώς δημιουργούνται οι συγκρούσεις. Έαν είχαμε μάθει να είμαστε Συμπαντικά Αρσενικά ανεξαρτήτως φύλου θα μπορούσαμε να υπερνικήσουμε τον Χρόνο, και να είμαστε μαζί του στο αέναο παιχνίδι Του. Λόγω της πανανθρώπινης συνθήκης της Θνησιμότητας, δυστυχώς, είμαστε αντίπαλοί του. Το έχουμε ξαναπεί, και ας το ξαναπούμε, η Ανθρωπότητα συνέταξε (κάποια στιγμή) ένα συμβόλαιο όπου συμφώνησε στην Θνησιμοτήτα, να βλέπει δηλαδή τον κόσμο μέσα από την διόπτρα των αντιθέτων: των θνητών και των αθάνατων.Και ο λόγος που το έκανε αυτό ήταν για να έχει δικαίωμα στην ενδοσκόπηση, και πιο συγκεκριμένα στην εαυτοσκοπία. Να μπορέσει δηλαδή, να κοιτάξει μέσα στον εαυτό της, και να αναγνωρίσει τα χαρακτηριστικά της. Μία υποδιαίρεση του Σύμπαντος που εμπερικλείει τον ενιαυτό: ένα φράκταλ. Και όντας το Σύμπαν ο απόλυτος μάνατζερ, όρισε στην Ανθρωπότητα deadline, και η Ανθρωπότητα συμφώνησε στην Θνησιμότητα ως αυτό.
Η καλύτερη ταινία που έχω δει μετά το Faces του John Cassavetes. Σε παρόμοιο στυλ, γυρισμένη το 2002. Ο νέος σκηνοθέτης προσπαθεί να αναβιώσει τον ανεξάρτητο κινηματογράφο στην Αμερική!
FUNNY HA HA (2002)
Directed by Andrew Bujalski
90 minutes
In English
Funny Ha Ha, is considered to be the first mumblecore film. It’s written, directed, and co-starring Andrew Bujalski, and the film features impressively naturalistic performances led by newcomer Kate Dollenmayer (a friend of Bujalski’s from film school and animator on WAKING LIFE), whose mysteriously familiar presence may lead viewers to feel she’s someone they’ve known for years.
This film follows the exploits of recently graduated Marnie as she tries to find a temporary job and win the attention of a college friend named Alex (who is already in a relationship), while trying to cut down on her beer consumption. As a twenty-three year-old ex-college student, she is bored out of her mind by paper shuffling jobs and dull research projects. She drinks too much, wanders around in a daze too much, and is in love with a guy as dazed and unsure as she is. Director Andrew Bujalski’s film is sad, playful, humorous and intensely real. Shot on 16 mm film on a very low budget, the film provides a glimpse into the lives of people in their twenties as they try to come to terms with life after college.
As with many great films, the subject matter isn’t sensationalistic, and the real subject of the film is it’s unusual style. Personally my experience of this film was magical….its so damn subtle, and captures situations and gestures and people’s habits so well that I was constantly amazed. In fact I would almost call it revolutionary in its simplicity and its ability to capture raw reality so naturally. I personally love films like this that go against the grain of everything that is popular, and come out in the end creating an absolutely new approach to cinema.
For me its a breath of fresh air, and I am really not surprised that this unassuming no-budget film caused such a sensation and started a new wave of filmmaking recently in the US….because I feel it is indeed a major triumph. And, once again, it has never been screened in Amsterdam as far as I know. Disgraceful! A must for anyone looking for something new and different….
Χονγκ Κονγκ, όπως λέμε Κινγκ Κονγκ αλλά για μετρόπολη και όχι για ουρακοτάγκο. Εαν έχετε αναρωτηθεί από που έχουν πάρει τις ιδέες τους οι κινηματογραφιστές για τις μετροπόλεις του μέλλοντος, εγώ πιστεύω πως μιλάνε για το Χονκ Κονγκ, το δάσος των ουρανοξυστών, τον λαβύρινθο των εμπορικών κέντρων, την αίγλη του απόλυτου χρήματος, και την απόλυτη εξαθλίωση 2 τετράγωνα από τα γυάλινα μεγαθήρια, όπου η τσίκνα από τα εστιατόρια μπερδεύεται με την μυρωδιά του μηχανουργίου και της φτηνής κολώνιας από τα γύρω μπουρδέλα. 1 ευρώ κοστίζει η γυναικεία αγκαλιά εκεί, φτηνή, όπως τα ηλεκτρονικά και το φαγητό.
Αλλά αυτά είναι οι σκέψεις μου δύο βδομάδες μετά. Να τι έγραφα στον salamandra όταν είμουν εκεί 3 μέρες:
Το Χονγκ Κονγκ είναι μία γαμάτη πόλη! Είναι λες και ζεις στο μέλλον. Άπειρο τσιμέντο στο κέντρο, με τον ουρανό να είναι γεμάτος από ουρανοξύστες. Λίγο Γκόθαμ Σίτυ, λίγο από ταινία επιστημονικής φαντασίας στην Ιαπωνία, λίγο από την βρώμα των Εξαρχείων στον λόφο του Κολωνακίου, με τους ουρανοξύστες στο τέλος της Κηφισίας. Σκάλες κυλιόμενες στο ανηφορικό πεζοδρόμιο σε καθοδηγούν μέσα από Καφκικούς δαιδαλώδεις διαδρόμους όλο και πιο ψηλά, και όλο και πιο ψηλά μέχρι να φτάσεις στο τέρμα, όπου κοιτάς και έχεις φτάσει στην είσοδο μιας ακόμη συνοικίας από ουρανοξύστες. Κοιτας ακόμη πιο ψηλά, όσο περισσότερο μπορείς να κάνεις πίσω το κεφάλι σου, και κάπου στο τέρμα πάνω ξεπροβάλλει ολόγιομο το φεγγάρι. Παίρνεις τον δρόμο για την επιστροφή, αυτή την φορά κατεβαίνεις τα σκαλιά γιατί οι κυλιομένες σκάλες μόνο ανεβαίνουν (κατεβαίνουν μόνο μεταξύ 9.00π.μ.–10.45π.μ.) και βρίσκεις ένα γλυκό μαγαζάκι με κόσμο να κάθεται απ’έξω στα σκαλάκια του. Κάθεσαι και εσύ. Η θερμοκρασία γύρω στους 30 βαθμούς με υγρασία μπόλικη. Εκεί που πίνεις την μπύρα σου σε αγγλικό στυλ, περνάνε από μπροστά σου οι “ντόπιοι” κουβαλώντας μπετόνια με λάδι και κατεβάζοντας άπειρες μαύρες σακούλες σκουπιδιών τις οποίες και εναποθέτουν πετώντας τες (προς) στον κάδο (τον μικρό που έχουν στα πάρκα) που βρίσκεται 1 μέτρο από εκεί που κάθεσαι. Κάποιες σακούλες σκίζονται, μερικά σκουπίδια φεύγουν κάτω, εσύ είσαι στο 1 μέτρο, και έχεις αφήσει το ποτήρι στου στο πάτωμα, στο πεζοδρόμιο. Η υγρασία, οι 30 βαθμοί, και τα σκουπίδια δημιουργούν μία περίεργη αίσθηση αηδίας. Φεύγουμε. Μπαίνουμε στον σταθμό του μετρό. Άπειρα τεράστιος, όλα πεντακάθαρα, όλα λειτουργούν τέλεια ξανά, άψογα. Καθαριότητα, κλιματισμός, high-tech, gadgets, όλοι στο κινητό τους, ή να παίζουν PSP. Φτάνουμε στο ξενοδοχείο 20 λεπτά αργότερα (μένουμε σε ένα διαφορετικό νησί από το κέντρο του Χονγκ Κονγκ). 16ος όροφος, ο ένας τοίχος λείπει και είναι ολόκληρος ένα παράθυρο. Βλέπεις το βουνό καταπράσινο, την παραλία, και μερικούς ουρανοξύστες μακρύα, ίσα για την πινελιά της καύλας. Ανάβω τσιγάρο, και απολαμβάνω την θεά μετά από ένα ζεστό ντουζ. Είναι σαν να είμαι σε ταινία ..
ΥΓ: Τάι Ο είναι ένα ψαροχώρι που τα σπίτια είναι χτισμένα πάνω σε στύλους βυθισμένους στο νερό. Είναι παραγκόσπιτα από τσίγκο. Άλλη μία απίστευτη εμπειρία, αλλά τώρα ξεκινάει η ομιλία που παρακολουθώ και τα πλήκτρα κάνουν κλικι-κλικι ..
– End of transmission. (πολύ φουτουριστικό ε;)
Είμαι αυτή την στιγμή στο αμφιθέατρο και κάνω επιτήρηση. Είναι κανονικό, αμφιθεατρικό αμφιθέατρο, και όχι απλή αίθουσα. Είναι μια πλαγιά από πρωτοετείς φοιτητές, που ίσως να εξετάζονται πρώτη φορά στο Πανεπιστήμιο. Η αίσθηση είναι εξωπραγματική. Είναι σαν να συνδέεσαι με όταν εσύ έδινες για πρώτη φορά το πρώτο σου μάθημα στην Σχολή. Τα πρόσωπά τους αν και προβληματισμένα, είναι φρέσκα και τα μάτια τους λάμπουν. Απ΄όλα τα είδη έχει ο μπαχτσές: emo, φυτουκλάκια, περισσότερο και λιγότερο γκόμενες, “τα τρία φιλαράκια”, μεταλάδες, κ.ο.κ.
Αυτή η δυνατή έλξη της αναζωογοννησης που ασκούν “τα νιάτα στα έδρανα” είναι τόση, που μπορώ να καταλάβω απόλυτα πια όλους τους καθηγητές που έμειναν καθηγητές για μια ολόκληρη ζωή. (όπως επίσης μπορώ να καταλάβω και εκείνους που παντρέυτηκαν φοιτήτριές τους με 20 χρόνια διαφορά)
Recent Comments