Μία ζωή πεταμένη σε καναπέδες και πατώματα με πράσινες μοκέτες, σε μαγαζιά που λεγόντουσαν “Mods”, και γκόμενες κόκκαλο που θεωρούσαμε ωραίες. Και ήταν μόνο το κρασί που μας έδινε τις ψευδαισθήσεις, και χαζοί δεν είμασταν τις δεχόμασταν με ευχαρίστηση. Και ξαφνικά ξυπνάς — όχι για τίποτε άλλο, αλλά επειδή βαρέθηκες — και βλέπεις το χάος που έχει απομείνει, επειδή εσύ αποφάσισες να αποχωρίσεις. Να αποχωρίσεις από το όνειρο πως μπορεί να υπάρχει κατανόηση, πως μπορεί να υπάρχει το άλλο μισό. Πως πλέον χρειάζεται να είσαι ψεύτικος για να μην ακούσεις την βραδυνή γκρίνια. Πως δεν χρειάζεται να γκρινιάξεις ή να το “παίξεις” ώστε να συνενοηθείς με το άλλο μισό και πως απλά μηνύματα, μπορεί το “άλλο μισό” να τα κατανοήσει χωρίς μεσάζοντα, χωρίς μεταφραστή. Ο μεσάζοντας πολλές φορές είναι ο τσακωμός ο ίδιος, ή άλλες φορές είναι ο/η φίλος/η που θα τα πεις για να τα πεί στα αυτιά που πρέπει να ακούσουν, ώστε τελικά τα αυτιά, να ακούσουν. Αλλά, ο Αδάμ και η Εύα δεν ήταν έτσι στον Παράδεισο και τελικά η αλλάγή από τον Παράδεισο στην Γη δεν ήταν μόνο ο Μόχθος που έπρεπε να καταβάλλουν για να επιβιώσουν. Ήταν ο Μόχθος της επικοινωνίας, ο Μόχθος να μπορεί ο καθένας να κοιτάζει τον άλλο .. στα Μάτια! .. και να λέει αυτό που θέλει χωρίς φόβο, και *με* πάθος! Εαν έχει έναν και μοναδικό λόγο η ύπαρξη της ανθρωπότητας είναι να μπορεί να αναπαράγει την ρευστότητα του Σύμπαντος.
Monthly Archive for November, 2009
Ο μεγαλύτερός μου εχθρός είναι ο Χρόνος. Με αυτόν τα έχω. Και ο λόγος είναι γιατί στέκεται αγέρωχος στα τεκτενώμενα του σύμπαντος. Είναι εχθρός μου όπως για τον Χριστιανό είναι εχθρός ο Μουσουλμάνος και τούμπαλιν. Γιατί έμαθα πως πρέπει να κάμπτομαι στις αλλάγες, να υπακούω στον Χρόνο, και στο τέλος να υποτάσσομαι, δηλαδή να πεθαίνω. Είναι εχθρός μου επειδή έμαθα να υπακούω στις αλλάγες όταν εκείνος τις υπαγορεύει. Εγώ και ο Χρόνος είμαστε τα αντίθετα. Φαινονομενικά είμαστε το Θηλυκό (Εγώ) και το Αρσενικό (ο Χρόνος) του Σύμπαντος. Εμπειρικά όμως προκύπτει πως το Θηλυκό (Εγώ) εμπεριέχει το Αρσενικό (τον Χρόνο) και εκεί ακριβώς δημιουργούνται οι συγκρούσεις. Έαν είχαμε μάθει να είμαστε Συμπαντικά Αρσενικά ανεξαρτήτως φύλου θα μπορούσαμε να υπερνικήσουμε τον Χρόνο, και να είμαστε μαζί του στο αέναο παιχνίδι Του. Λόγω της πανανθρώπινης συνθήκης της Θνησιμότητας, δυστυχώς, είμαστε αντίπαλοί του. Το έχουμε ξαναπεί, και ας το ξαναπούμε, η Ανθρωπότητα συνέταξε (κάποια στιγμή) ένα συμβόλαιο όπου συμφώνησε στην Θνησιμοτήτα, να βλέπει δηλαδή τον κόσμο μέσα από την διόπτρα των αντιθέτων: των θνητών και των αθάνατων.Και ο λόγος που το έκανε αυτό ήταν για να έχει δικαίωμα στην ενδοσκόπηση, και πιο συγκεκριμένα στην εαυτοσκοπία. Να μπορέσει δηλαδή, να κοιτάξει μέσα στον εαυτό της, και να αναγνωρίσει τα χαρακτηριστικά της. Μία υποδιαίρεση του Σύμπαντος που εμπερικλείει τον ενιαυτό: ένα φράκταλ. Και όντας το Σύμπαν ο απόλυτος μάνατζερ, όρισε στην Ανθρωπότητα deadline, και η Ανθρωπότητα συμφώνησε στην Θνησιμότητα ως αυτό.
Η καλύτερη ταινία που έχω δει μετά το Faces του John Cassavetes. Σε παρόμοιο στυλ, γυρισμένη το 2002. Ο νέος σκηνοθέτης προσπαθεί να αναβιώσει τον ανεξάρτητο κινηματογράφο στην Αμερική!
FUNNY HA HA (2002)
Directed by Andrew Bujalski
90 minutes
In English
Funny Ha Ha, is considered to be the first mumblecore film. It’s written, directed, and co-starring Andrew Bujalski, and the film features impressively naturalistic performances led by newcomer Kate Dollenmayer (a friend of Bujalski’s from film school and animator on WAKING LIFE), whose mysteriously familiar presence may lead viewers to feel she’s someone they’ve known for years.
This film follows the exploits of recently graduated Marnie as she tries to find a temporary job and win the attention of a college friend named Alex (who is already in a relationship), while trying to cut down on her beer consumption. As a twenty-three year-old ex-college student, she is bored out of her mind by paper shuffling jobs and dull research projects. She drinks too much, wanders around in a daze too much, and is in love with a guy as dazed and unsure as she is. Director Andrew Bujalski’s film is sad, playful, humorous and intensely real. Shot on 16 mm film on a very low budget, the film provides a glimpse into the lives of people in their twenties as they try to come to terms with life after college.
As with many great films, the subject matter isn’t sensationalistic, and the real subject of the film is it’s unusual style. Personally my experience of this film was magical….its so damn subtle, and captures situations and gestures and people’s habits so well that I was constantly amazed. In fact I would almost call it revolutionary in its simplicity and its ability to capture raw reality so naturally. I personally love films like this that go against the grain of everything that is popular, and come out in the end creating an absolutely new approach to cinema.
For me its a breath of fresh air, and I am really not surprised that this unassuming no-budget film caused such a sensation and started a new wave of filmmaking recently in the US….because I feel it is indeed a major triumph. And, once again, it has never been screened in Amsterdam as far as I know. Disgraceful! A must for anyone looking for something new and different….
Χονγκ Κονγκ, όπως λέμε Κινγκ Κονγκ αλλά για μετρόπολη και όχι για ουρακοτάγκο. Εαν έχετε αναρωτηθεί από που έχουν πάρει τις ιδέες τους οι κινηματογραφιστές για τις μετροπόλεις του μέλλοντος, εγώ πιστεύω πως μιλάνε για το Χονκ Κονγκ, το δάσος των ουρανοξυστών, τον λαβύρινθο των εμπορικών κέντρων, την αίγλη του απόλυτου χρήματος, και την απόλυτη εξαθλίωση 2 τετράγωνα από τα γυάλινα μεγαθήρια, όπου η τσίκνα από τα εστιατόρια μπερδεύεται με την μυρωδιά του μηχανουργίου και της φτηνής κολώνιας από τα γύρω μπουρδέλα. 1 ευρώ κοστίζει η γυναικεία αγκαλιά εκεί, φτηνή, όπως τα ηλεκτρονικά και το φαγητό.
Αλλά αυτά είναι οι σκέψεις μου δύο βδομάδες μετά. Να τι έγραφα στον salamandra όταν είμουν εκεί 3 μέρες:
Το Χονγκ Κονγκ είναι μία γαμάτη πόλη! Είναι λες και ζεις στο μέλλον. Άπειρο τσιμέντο στο κέντρο, με τον ουρανό να είναι γεμάτος από ουρανοξύστες. Λίγο Γκόθαμ Σίτυ, λίγο από ταινία επιστημονικής φαντασίας στην Ιαπωνία, λίγο από την βρώμα των Εξαρχείων στον λόφο του Κολωνακίου, με τους ουρανοξύστες στο τέλος της Κηφισίας. Σκάλες κυλιόμενες στο ανηφορικό πεζοδρόμιο σε καθοδηγούν μέσα από Καφκικούς δαιδαλώδεις διαδρόμους όλο και πιο ψηλά, και όλο και πιο ψηλά μέχρι να φτάσεις στο τέρμα, όπου κοιτάς και έχεις φτάσει στην είσοδο μιας ακόμη συνοικίας από ουρανοξύστες. Κοιτας ακόμη πιο ψηλά, όσο περισσότερο μπορείς να κάνεις πίσω το κεφάλι σου, και κάπου στο τέρμα πάνω ξεπροβάλλει ολόγιομο το φεγγάρι. Παίρνεις τον δρόμο για την επιστροφή, αυτή την φορά κατεβαίνεις τα σκαλιά γιατί οι κυλιομένες σκάλες μόνο ανεβαίνουν (κατεβαίνουν μόνο μεταξύ 9.00π.μ.–10.45π.μ.) και βρίσκεις ένα γλυκό μαγαζάκι με κόσμο να κάθεται απ’έξω στα σκαλάκια του. Κάθεσαι και εσύ. Η θερμοκρασία γύρω στους 30 βαθμούς με υγρασία μπόλικη. Εκεί που πίνεις την μπύρα σου σε αγγλικό στυλ, περνάνε από μπροστά σου οι “ντόπιοι” κουβαλώντας μπετόνια με λάδι και κατεβάζοντας άπειρες μαύρες σακούλες σκουπιδιών τις οποίες και εναποθέτουν πετώντας τες (προς) στον κάδο (τον μικρό που έχουν στα πάρκα) που βρίσκεται 1 μέτρο από εκεί που κάθεσαι. Κάποιες σακούλες σκίζονται, μερικά σκουπίδια φεύγουν κάτω, εσύ είσαι στο 1 μέτρο, και έχεις αφήσει το ποτήρι στου στο πάτωμα, στο πεζοδρόμιο. Η υγρασία, οι 30 βαθμοί, και τα σκουπίδια δημιουργούν μία περίεργη αίσθηση αηδίας. Φεύγουμε. Μπαίνουμε στον σταθμό του μετρό. Άπειρα τεράστιος, όλα πεντακάθαρα, όλα λειτουργούν τέλεια ξανά, άψογα. Καθαριότητα, κλιματισμός, high-tech, gadgets, όλοι στο κινητό τους, ή να παίζουν PSP. Φτάνουμε στο ξενοδοχείο 20 λεπτά αργότερα (μένουμε σε ένα διαφορετικό νησί από το κέντρο του Χονγκ Κονγκ). 16ος όροφος, ο ένας τοίχος λείπει και είναι ολόκληρος ένα παράθυρο. Βλέπεις το βουνό καταπράσινο, την παραλία, και μερικούς ουρανοξύστες μακρύα, ίσα για την πινελιά της καύλας. Ανάβω τσιγάρο, και απολαμβάνω την θεά μετά από ένα ζεστό ντουζ. Είναι σαν να είμαι σε ταινία ..
ΥΓ: Τάι Ο είναι ένα ψαροχώρι που τα σπίτια είναι χτισμένα πάνω σε στύλους βυθισμένους στο νερό. Είναι παραγκόσπιτα από τσίγκο. Άλλη μία απίστευτη εμπειρία, αλλά τώρα ξεκινάει η ομιλία που παρακολουθώ και τα πλήκτρα κάνουν κλικι-κλικι ..
– End of transmission. (πολύ φουτουριστικό ε;)
Recent Comments