Αφού διάβασα τα τελευταία 10 άρθρα μου, αποφάνθηκα πως κατάντησα να γράφω σαν μαλάκας, και ούτε εγώ δεν μπορώ να με διαβάσω. Θες επαφή με την πραγματικότητα, θες οξεία αυτο-κριτική, θα σου πω την αλήθεια: με βαρέθηκα!
.. και έτσι ιδρύω την στήλη “Μου Είπες”. Την μορφή, και το περιέχομενο της στήλης το εμπνεύστηκα από την τελευταία μου κάθοδο στην Πατρίδα. Πέρασα τον Κέρβερο (τον supervisor), και ο Χάροντας (το αεροπλάνο) με μετέφερε στην Χώρα του Κάτω Κόσμου (Νότου) για να συναντήσω τις χαμένες ψυχές (λόγω απόστασης) οικογένειας και φίλων.
Αν κατέβεις λίγο πιο κάτω από τον Ομφαλό της Γης (Αθήνα), μπορείς να περάσεις τον Άδη, και να φτάσεις στον Παράδεισο. Εκεί πέρασα ένα πενθήμερο με ένα ουρί του παραδείσου. Επειδή είχα μόνο 2 οβολούς, έπρεπε να επιστρέψω σύντομα στο σύγχρονο νεκρομαντείο Αθηνών για να πάρω τους χρησμούς. Και τους πήρα. Και οι χρησμοί .. “Μου Είπαν.” Όπως σε κάθε νεκρομαντείο από αρχαιοτάτους χρόνους, ο ζητών τον χρησμό χρίζει ελάχιστης επικοινωνίας με τις χαμένες ψυχές, και η επικοινωνία είναι ως επί το πλείστον μονομερής. Δηλαδή, λες μία σύντομη ερώτηση, και κάθεσαι και ακούς για τρεις ώρες. Επαναλαμβάνεις, μεχρις ότου αισθανθείς πλήρης, ή εξουθενωμένος, whichever comes first — που λένε και οι βάρβαροι.
Και οι ψυχές “Μου Είπαν”. Μου είπαν πως δεν υπάρχει όνειρο, δεν υπάρχει αλλαγή, δεν υπάρχει ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, δεν υπάρχει φως στο τουνελ (σε αντίθεση με την γνωστή τηλεπαρουσιάστρια), δεν υπάρχουν λεφτά, δεν υπάρχουν όνειρα (δις), πως όλα είναι δύσκολα, πως οι άλλοι φταίνε, πως το ένα δεν γίνεται, και το άλλο δεν μπορεί, πως μας είμαστε φερέφωνα, πως είμαστε χειραγωγημένοι, πως είμαστε μαλάκες, πως είμαστε κολλημένοι, πως δεν ζούμε, πως φταίνε οι παπάδες, πως φταίνε οι κυβερνήσεις, πως φταίνε οι γονείς, πως φταίνε οι παπούδες, και οι παπούδες των παπούδων, πως πέσανε οι τιμές των αυτοκινήτων, πως δεν υπάρχει ασφάλεια, πως έχει αυξηθεί η Ασφάλεια, πως έχει αυξηθεί το ΙΚΑ, και η φορολογία, πως η νεολαία παραπαίει, και πως οι μεσήλικες βάρεσαν ανεία πριν την ώρα τους.
Αυτά έλεγαν οι ψυχές, κάνοντας επικινδύνως αμφίβολη εποικοδομητική κοινωνική και προσωπική (αλλά όχι ατομική) κριτική καθώς ο ήλιος φώτιζε τον Άττικο ουρανό και πρόσφερε θερμοκρασίες των 30 βαθμών κελσίου. Οι λεμονιές, οι νερατζιές και τα νυχτολουλούδα ευχαριστημένες από το δώρο, κράταγαν το μυρωδικό ισο στο κελάηδημα των — επίσης ευχαριστημένων — πουλιών. Οι ψυχές συνέχιζαν να μιλούν για τα παραπάνω ακατάπαυστα, σιγοντάροντας τον Γκιώνη. Μέσα στο φάλτσο αυτής της παράταιρης αρμονίας, το ουρί απολάμβανε ανέγγιχτο τις ζωογόνες επιδράσεις της Άνοιξης σαν να ξαναζούσε τα Διονυσιακά Μυστήρια. Και ένα βράδυ, σε ένα ανύποπτο χωροχρονικό σημείο κάπου στα Νότια του λεκανοπεδίου, ενώ χαιρόμουν την συντροφιά με το ουρί, την αδελφή ψυχή, και ένα μπουκαλάκι ούζο, εξηγήθηκε εμπρός στα μάτια μου, η πεμπτουσία της σύγχρονης επικοινωνίας: “το Τίποτα.” Παραθέτω παράδειγμα:
Α: Καλά, πως το άντεξες αυτό τότε;
Β: Άσε ρε, μην μου το θυμίζεις.
Γ: Μην είσαι βλάκας
Β: Ρε, σου λέω άσε με, γιατί μου γυρίζουν τα λαμπάκια προς τα μέσα
Α: Πάντως, δεν το πήγες άσχημα
Β: Τι άσχημα ρε, λαμπόγυαλο θα τα είχα κάνει αμα δεν ..
Γ: Καλά, εσύ είσαι και νευρικός
Β: Αμά δεν ήταν ο άλλος, δεν ξέρω και εγώ τι θα είχε γίνει
Α: Ρε, και εγώ είχα τσιτώσει, αλλά δεν έπρεπε να μπεις έτσι
Β: Ε, πως. Δηλάδη και τι να έκανα; Να κάθομουν με σταυρωμένα χέρια; Ρε Γ. πες του, μπροστά δεν είσουν;
Γ: Έλα μωρέ τώρα, κάθεσαι και ασχολείσαι
Α: Γίνεται να μην ασχοληθεί; Εδώ μόνο που τα θυμάμαι και συφιλιάζομαι
Β: Γαμήσε τα ρε. Τι περάσα ..
Γ: Ευτυχώς που δεν κατέληξε σαν την άλλη φορά δεν λες;
Α: Τι; Με τους άλλους;
Γ: Ναι ρε, δεν θυμάσαι τι είχε γίνει;
Β: Ασε μωρέ με τους μαλάκες
Γ: Πάντως ίσως να μην αυτό το πρόβλημα
Α: Έλα μωρέ τώρα που δεν ήταν αυτό το πρόβλημα
Β: Παιδιά, εγώ είμαι ήρεμος, ήρεμος, αλλά ορισμένα πράγματα δεν τα μπορώ
Α: Κανονικά έπρεπε να τους είχαμε τσακίσει τα κόκκαλα με την μαλακία
Γ: Είσαι και έσυ όμως τσιτωμένος ε;
Β: Καλά κάνει ρε, δηλαδή εσύ είσαι χαλαρός με αυτά τα πράγματα;
Γ: Όχι, αλλά να ..
Α: Ε, τι να, και ξε-να. Ή το κάνεις, ή δεν το κάνεις
Β: Ευτυχως που ο έτσι είπε αυτό, ειδάλως θα κλαίγαμε πίτσουνια
…
όπως καταλαβαίνετε, η παραπάνω συζήτηση τρίων προσώπων μπορεί να συνεχιστεί επ’άπειρον. Για αυτό είναι η πεμπτουσία της σύγχρονης επικοινωνίας. Μπορείς να μιλάς για ώρες, χωρίς να λες τίποτα, χωρίς καν να νομίζεις πως επαναλαμβάνεσαι. Είναι η συζήτηση του Τίποτα. Την ακούμε, και την κάνουμε καθημερινά. Η Αχίλειος πτέρνα της είναι πως κανείς δεν ακούει τι λέει ο άλλος. Απλά θέλει να μιλήσει ο ίδιος, θέλει να μιλήσει γιατί θα σκάσει. Θέλει να μιλήσει για να αυτοεπιβεβαιωθεί. Για να επιβεβαιωθεί πως υπάρχει, πως είναι κάτι. Γιατί όλα γύρω του τον προστάζουν πως είναι τίποτα.
Την επόμενη φορά, να θυμηθώ να διακόπτω το Τίποτα, ακόμα και αν είμαι ήδη σε διακοπές.
Recent Comments