Monthly Archive for February, 2008

Salvador Dalì

Πρόσφατα επισκέφτηκα το μουσείο του Vincent Van Gogh στο Άμστερνταμ. Αφού περιηγηθήκαμε σε περίπου 200 πίνακες και κάπου 500 σκίτσα, κάτσαμε σε ένα καφέ λίγο πιο δίπλα για να διαλογιστούμε επί του καλλιτέχνη και της Τέχνης γενικότερα. Το έργο του Van Gogh είναι αν μη τι άλλο: πλούσιο. Τα στυλ από τα οποία πέρασε είναι πολλά και διαφορετικά με κορύφωση την τελευταία περίοδο της ζωής του όπου πραγματικά είναι αριστουργήματα!

Καθώς λοιπόν το παίζαμε διανοούμενοι τέχνης λέγοντας το μακρύ μας και κοντό μας, μία πολύ ενδιαφέρουσα πληροφορία ανέκυψε για τον Salvador Dalì: ειπώθηκε πως υποστήριζε τον Franco. Για έμενα ήταν λίγο σοκ, γιατί συνήθως οι καλλιτέχνες είναι αριστερίζοντες, αν όχι αντι-εξουσιαστές(;)[0] και αν πηγαίνουν με τα νερά της Αυλής συνήθως το κάνουν για να μπορέσουν να κάνουν την τέχνη τους. Λες να συνέβη το ίδιο και με τον Dalì; Ποιός ξέρει..

Μία καλή ερώτηση ξεπήδησε από την κουβέντα: Τώρα που γνωρίζουμε πως ο Dalì υποστήριζε τον φασισμό στην Ισπανία, πρέπει να αναθεωρήσουμε την ιδέα μας για το έργο του;

[0] σιχαίνομαι τον όρο, αλλά δεν βρίσκω κάτι καλύτερο προς το παρόν.

Το Σπανακόρυζο

Τί γίνεται όταν ένας Έλληνας, ένας Ολλανδός και μία Γερμανίδα προσπαθούν να κανονίσουν για δείπνο εν μέσω άλλων πιο σημαντικών (και πρωτευόντων) υποχρεωσέων; – Σίγουρα ακούγεται σαν αρχή από ανέκδοτο, και για να τα λέμε και όλα, κοντά σε ανέκδοτο εξελίχθηκε..

Όλα ξεκίνησαν όταν αποφάσισα να διαδώσω την Ελληνική Κουζίνα και προσφέρθηκα να κάνω το τραπέζι στους ανωτέρω φίλους: τον Χ. και την Γ. Ο Χ. Ολλανδος, η Γ. Γερμανίδα. Η συζήτηση ξεκίνησε όταν περιδρόμιαζα κάτι λουκάνικα σε ένα σεμινάριο και ο Χ. την έβγαζε με κάτι λαχανικά και άλλα τοιάυτα. Όχι πως κακοπέρναγε το παιδί – ίσα, ίσα την αλλή μέρα τον ζήλεψα γιατί το δικό μου το βοδινό ήταν σε μέγεθος νυχιού κατσαρίδας πλήν όμως γκουρμέ, ενώ εκείνου του ήρθαν δύο παπουτσάκια μέγεθος 50. Τέλος πάντων..

Continue reading ‘Το Σπανακόρυζο’

Κλεοπάτρα

Ο ήχος που έκαναν τα κρόκαλα στην ανεπαίσθητη αύρα εκείνου του καλοκαιριάτικου μεσημεριού ήταν το μοναδικό που μπορούσε να ολοκληρώσει την υπάρξή της. Σε ένα μπαλκόνι με θέα το πέλαγο και πλάτη κατάκρημνους βράχους. Ο ήχος από τα τζιτζίκια ίσα που ακουγόταν από το βάθος της πόρτας και αυτός ήταν ένας μικρός αντίλαλος από την πραγματικά οχλαγωγία που έκαναν φωλιασμένα στο αιωνόβιο δέντρο της πλατείας του χωριού. – Αν και μεταξύ μας, μέχρι και εκείνα πέρνανε έναν ελαφρό υπνάκο εκείνη την ώρα του μεσημεριού.

Η πνοή του αέρα, το πέλαγος και εμείς είμασταν σε εκείνο το μπαλκόνι. Εμένα δεν με καλοκαθυμάμαι, ίσως γιατί εσύ είσουν όλη η εικόνα. Μόλις είχαμε ξυπνήσει – ναι, μεσημέρι, όταν όλοι οι υπόλοιποι έπεφταν για ύπνο για να ξεκουραστούν από τον κάματο της μέρας που δεν είχε έρθει από δουλειά, αλλά από την ζέστη και τα παιχνίδια στην θάλασσα. Μόλις είχαμε ξυπνήσει και θέλαμε να πιούμε κάτι δροσιστικό. Στο κάτω-κάτω καλοκαίρι ήταν! Πήγαμε στο αγαπημένο μας μέρος.

Η θάλλασα απλωνόταν σε όλο το πελαγίσιο μεγαλείο της στα πόδια μας αρκετά μέτρα από κάτω μας. Στο βάθος, ο ορίζοντας εμφάνιζε την καμπύλη του. Όπως και εσύ, δεν άφηνες κρυφές τις δικές σου. Μαυρισμένη, σε χρώμα σοκολατί, με δέρμα λείο και αφροδισιακό – αφού είχες περάσει όλες αυτές τις ώρες με τις κρέμες και τα αρωματά σου – βρισκόσουν σε εκείνο τον καναπέ και αγνάντευες το πέλαγο με τα γριζοπράσινα μάτια σου. Οι τεράστιες βλεφαρίδες σου σαν να υπήρχαν εκεί μόνο και μόνο για να κάνουν σκια σε αυτά τα καταπληκτικά μάτια. Ακόμα και ο Θεός ζήλεψε με την δημιουργία του και έκανε ότι καλύτερο μπορούσε για να την προστατέψει. Η σοκολατί σου σιλουέτα διαγραφόταν μέσα από εκείνο το αραχνοϋφαντο άσπρο πουκάμισο που είχες ρίξει πάνω σου καθώς φεύγαμε. Είσουν ξυπόλητη. Είπες πως είναι καλοκαίρι και πως πρέπει να αφηνόμαστε ελεύθεροι. Εσώρουχο δεν θυμάμαι να φόρεσες. “Σεμνοτυφίες”, ίσως να πέταξες χαμογελώντας, αφήνοντας να εννοηθεί όλος ο ερωτισμός του πλανήτη ανάμεσα στην αντίθεση των άσπρων δοντιών σου και των σοκολατί χειλιών σου. Το διάφανο πουκάμισο πρόσθεσες πως ήταν αρκετό. Σκουλαρίκια δεν παρέλειψες παρ’όλα αυτά. Επέλεξες εκείνα τα ασημένια τεράστια που σε έκαναν να μοιάζεις στην Κλεοπάτρα. Και βέβαια δεν παρέλειψες το κολιέ από πολύτιμους λίθους. Όχι διαμάντια και βλακείες, πολύτιμους ενεργειακά λίθους: κεχριμπάρι, αμέθυστο, τοπάζι και την λοιπή συνομοταξία. Τους είχες στοιχίσει σε διαφορετικά περιδέραια ανάλογα με την περίσταση και την διάθεσή σου. Ίσως για αυτό πάντα να σε συνόδευε και ένα μικρό σεντούκι γεμάτους από δαύτα. Ήταν Ερμητικά κλειστό για οποιονδήποτε άλλο, εκτός από εσένα.

Η αλήθεια είναι πως στην παρουσία σου, ο χρόνος κοντοστεκόταν, σαν να λαχάνιαζε με το που σε έβλεπε και έριχνε το βήμα του στο μισό. Πολλές φορές απλά σταματούσε και σε κοιτούσε. Μπορεί να τον μάγευαν τα μαύρα ίσια σου μαλλιά, μπορεί το λεπτό σου σφριγηλό σώμα που σταγόνες ιδρώτα έκαναν τσουλήθρα όταν ίδρωνες για να καταλήξουν στην δίνη του αφαλού σου. Μπορεί να τον μάγεψαν αυτά τα γριζο-πράσινα μάτια που άστραφταν κεχριμπάρι. Μπορεί οι τέλειες αναλογίες του προσωπού σου και τα αμυγδαλωτά σου μάτια. Ίσως να ήταν ο μακρύς αψεγάδιαστος λαιμός σου. Μπορεί και τα τέλεια πόδια σου. Ίσως το μικρό στήθος σου που στεκόταν στητό πίσω από την πουκαμίσα. Μπορεί να ήταν απλά ο τρόπος που κάπνιζες το τσιγάρο σου καθώς κοιτούσες την απεραντοσύνη του κόσμου. Μπορεί απλά να σε μπέρδεψε με κάποια Ινδική Θεότητα και να κοντοστάθηκε για να σιγουρευτεί. Δεν ξέρω τι έγινε, αλλά όσο είσουν εκεί εκείνος δεν σάλεψε. Ούτε και εγώ σάλεψα, ούτε και η θάλασσα, ούτε και τίποτε άλλο..

Κάθησες σταυροπόδι και χαμογέλασες με ελαφρή αυταρέσκεια. Το ένα σου φρύδι ανασηκώθηκε λεπτά. Έπιασες το ποτήρι και αφού προσπάθησες λίγο αδέξια, βρήκες το καλαμάκι με τα χείλη σου και έδωσες μία δυνατή ρουφηξιά στο δροσερό σου αναψυκτικό. Τσάι με μέντα ήταν; Καθώς η αργή σου κίνηση έσπρωξε κάμποσα μόρια αέρα φάνηκε σαν η Γη να γυρίζει για  λίγο και πάλι. Και μέσα από αυτή την κίνηση σαν να απελευθερώθηκε η πεμπτουσία της Ενέργειας της Ζωής, η πεμπτουσία που κρατάει την Ανθρωπότητα σε Ζωή, σαν να απαντήθηκε το “Γιατί” των πραγμάτων: Για εσένα.

Για εμάς που ξεχάσαμε

Πιστεύω πως ο κόσμος σταμάτησε να γυρίζει κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, άντε μέχρι και το ‘83. Μετά ίσως να βαρέθηκε και να ξεκίνησε να κάνει επαναλήψεις όπως η βελόνα του πικάπ όταν φτάνει στο τέλος του δίσκου.

Σήμερα βρήκα πως θα ήθελα να είμουν όταν είμουν παιδί, απολαύστε:

Και επίσης: Μόνο μία ερώτηση και Τραγούδια Ποπ.

Mort: (non) Savoir Vivre

Σίγουρα ο Θάνατος δεν έχει τρόπους.

Επίσης, όταν βουτάει την χερούκλα του στον κόσμο μας και βουτάει κάποιον το κάνει τόσο ατσούμπαλα – ίσως και επίτηδες – ώστε κάνει όλους τους υπόλοιπους να συνειδητοποιούν το ότι είναι ζωντανοί. Σαν ένα ξαφνικό ξύπνημα μέσα στο όνειρο της Ζωής.

Σαν να σου βαζουν μία βρώμικη κάλτσα στην μύτη την ώρα που κοιμάσαι.

Σαν να ακούς το καμπανάκι στο γκισέ του Δημοσίου και ξέρεις πως είναι ένας λιγότερος πριν φτάσει η σειρά σου για να “εξυπηρετηθείς”.

Σαν να βάζεις την απόχη σε ένα ενυδρείο ή σε μία μικρή γυάλα για να πιάσεις ένα από τα χρυσόψαρα που έχει μέσα.

Ή όπως όταν ένα ψάρι πιάνεται στο αγκίστρι κάποιας πετονιάς, κάποιου ψαρά.. Σίγουρα όλα τα υπόλοιπα ψάρια για λίγη ώρα διαλύονται και τους κόβεται η όρεξη. Όμως έχουν μνήμη μικρής διάρκειας και έτσι δεν περνάει πολύς καιρός πριν ξανά-ξεκινήσουν το παιχνίδι: να πάρουν την τροφή που βρίσκεται στο αγκίστρι.. Μέχρι κάποιο να πιαστεί και η κατάσταση να επαναληφθεί.. Και κάθε φορά θα είναι ένα λιγότερο.. ένα λιγότερο..

Ευτυχώς για τον Ψαρά, αναπαράγονται..

Βάλε το λάδι στο μπουκάλι

Ναι, απλά και όμορφα. Ούτε φιλοσοφίες, ούτε λογετεχνικά τσιλιμπουρδίσματα, η ερώτηση είναι απλή:

Τι να το κάνω το λάδι μάνα μου τώρα που τελείωσα το τηγάνισμα;

Λοιπόν, ο εξάδελφος έστειλε το εξής μήνυμα τις προάλλες και το βρήκα σημαντικό:

Ξέρεις που να ρίξεις το λάδι μετά από το μαγείρεμα στο σπίτι?

Ίσως ναι, αλλά πάντα είναι καλό να διαδίδουμε τέτοιου είδους πληροφορίες.

Ακόμα και αν δεν τηγανίζουμε πολύ, όταν το κάνουμε, ρίχνουμε συνήθως το χρησιμοποιημένο λάδι στο νεροχύτη  της κουζίνας.

Αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που μπορούμε να κάνουμε.

Γιατί το κάνουμε? Γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει
κανείς για να μας πει τον σωστό τρόπο.

Γι αυτό λοιπόν, το καλύτερο που μπορούμε να
κάνουμε είναι να τοποθετούμε το λάδι σε ένα πλαστικό
μπουκάλι (νερού, αναψυκτικού), να το κλείνουμε καλά
και να το πετάμε στα κανονικά σκουπίδια.

Και αυτό, γιατί 1 lt (λίτρο) λαδιού μολύνει 1.000.000 lt (λίτρα) νερού, ποσότητα η οποία είναι ικανή να καλύψει τις ανάγκες ενός ατόμου σε νερό για 14 χρόνια.

Το παραπάνω έχει υπογραφεί από τον κ. Γιώργο Καρούντζο, Χημικός . Μηχ ., PhD, Υπεύθυνος Περιβαλλοντικής Διαχείρισης ΣΕΥ.

Όχι ότι θα μασήσουμε, αλλά να θυμηθούμε πως μάλλον τα παραπάνω ισχύουν για περιοχές οι οποίες δεν έχουν διαχείριση λυμμάτων. Η Πάτρα έχει, οπότε Πατρινοί μου μην μασάτε, όλα στον νεροχύτη. Τώρα για την Αθήνα εν ξέρω.

Και μία καλή ερώτηση αλήθεια που μόλις μου ήρθε: Εαν το λάδι πάει στην θάλασσα, το 1.000.000 λίτρα θαλασσινό νερού, σε πόσα λίτρα πόσιμου νερού αντιστοιχεί;

Τέλος πάντων.. Η τελική κρίση δική σας.

Μάνα, Μητέρα, Μαμά

Η μαμά κανακεύει.

Η μάνα πλένει.

Η μητέρα χαίρεται τον ήλιο στην επαύλη στην Ύδρα.