Έχω πιεί τις μπυρίτσες μου, αυτό είναι αλήθεια. Σερφάρω νωχελικά στην ελληνική blog-όσφαιρα χωρίς ιδιαίτερο λόγο, απλά για να τηλε-αισθανθώ τι κάνουν οι άνθρωποι στην μαμά πατρίδα.
Η διάθεσή μου ελαφρώς στενάχωρη, ίσως κάπως προβληματισμένη. Όχι με αυτά που βλέπω και διαβάζω, αλλά με αυτά που σκέφτομαι πως έχω να πράξω. Γιατί αρκετά οι θεωρίες και τα λόγια, η πράξη είναι φίλε μου, η πράξη!
Γιατί τι είναι να λες πως δεν θέλεις να δούλευεις 9 με 5, αλλά να δουλέυεις σαν το σκυλί 9 με 9; Τι είναι να λες πως σου αρέσουν τα ταξίδια, αλλά να μην πηγαίνεις πουθενά; Τι είναι να λες πως σου αρέσει να γνωρίζεις ανθρώπους και κουλτούρες και να μην ξέρεις κανέναν;
Επιστροφή στην blog-όσφαιρα.
Το καλοκαίρι πλέον έχει αρχίσει να φαίνεται διαφορετικό στα μάτια μου. Και μάλλον έχει αρχίσει να φαίνεται διαφορετικό και στα μάτια των άλλων. Ίσως να είναι η πρώτη φορά που καταλαβαίνω τι σημαίνει να ανήκεις σε μία “γενιά”. Και το καλοκαίρι έχει αρχίσει να φαίνεται διαφορετικό στα μάτια της γενιάς μου. (ερώτηση τσόντα: Τι σημαίνει να λες πως προσπαθείς να μείνεις πάντα 23, όταν αισθάνεσαι τα ίδια με την γενιά σου;)
Το καλοκαίρι λοιπόν! Το καλοκαίρι. Ας προσπαθήσω να μείνω στο καλοκαίρι.
Αν μπείτε στο hi5 θα βρείτε παιδιά ηλικίας 14 με 18, άντε μάξιμουμ 25 (κάτι αλοπαρμένα). Μετά κοιτάτε στην blog-όσφαιρα, που η ηλικία είναι ίσως πάνω από 23, με ίσως το μέσο 30, τριαντά-κάτι. Ω! Τι διαφορά στην αντίληψη του καλοκαιριού! Βλέπετε, εγώ ζω τον χειμώνα ακόμα και το καλοκαίρι και μπορώ να είναι αντικειμενικός κριτής της αντίληψης του καλοκαιριού.
Στο hi5: “Που να πάω;”, “- Πήγαινε Μύκονο, Σαντορίνη δεν ίναι και τόσο καλά αυτή την εποχή! Πάμε μαζί Ύδρα;”, …, “Προσπαθώ να ξεφύγω από το σοκ των πανελληνιών”, κτλ.
Στην blog-όσφαιρα: ειδυλλιακές περιγραφές πατρικών σε χωριά, παιδιά, σύζυγοι, “θα επιστρέψω με φωτογραφίες”, “αμα βρω internet καφέ, σίγουρα θα γράψω”, “όποτε θέλω θα επιστρέψω, αλλά όσο και να είναι θα μοιάζει με ένα πετάρισμα του ματιού”. 30-άρηδες κουρασμένοι. Με την θλίψη του τέλους των διακοπών την στιγμή που αρχίζουν. Με την θλίψη του τέλους από την στιγμή που ξεκινάει η οργάνωση των διακοπών. Γιατί μετά σε περιμένουν άλλες 365 μέρες, σε εκείνο το διαμέρισμα, σε εκείνο το γραφείο, με εκείνη την ίδια καθημερινότητα. Δεν είναι η δική μου θλίψη, είναι έτσι όπως την εκφράζουν εκείνοι.
Και ρωτάς: “Υπάρχει σωτηρία;”
Και τα συννέφα απαντάνε: “Ναι!”
Και τα ξαναρωτάς: “Αλήθεια;!” (με πολλά θαυμαστικά, σαν πρόκειται να σου δώσουν το ελιξίριο της Ζωής)
Και αυτά ανταπαντούν: “Και βέβαια! Άκου – ηλίθιε - την ψυχή σου!”
Και εσύ χαμογελάς λίγο υπεροπτικά, γιατί σκέφτεσαι: “Ω! μα τόσο απλή ήταν η απάντηση;”
Και τότε, μία σουβλιά διαπερνά την καρδία σου. Γιατί η καρδιά σου ξέρει πως είναι αλήθεια, αλλά επίμονα λές: ΟΧΙ! Όχι, γιατί μπορεί να πληγώσω τους ανθρώπους που αγαπώ. Και άμα πληγώσω τους ανθρώπους που αγαπώ, θα πληγωθώ και εγώ, και ίσως να μείνω μόνος. Και τα έχω καταφέρει καλά, δεν είμαι μόνος. Και δεν θα τους πληγώσω, και δεν θα κάνω αυτό που μου προστάζει η καρδιά μου.
Και τότε, γνέφεις στα σύννεφα πως κατάλαβες, αλλά σκέφτεσαι πως θα τα κοροϊδεψεις, πως θα βρεις έναν τρόπο που θα ευχαριστήσεις την καρδιά σου και δεν θα πληγώσεις και τους άλλους. Και νομίζεις πως είσαι έξυπνος. Και τα συννέφα σου χαμογελούν γιατί σε πιστεύουν. Γιατί τα σύννεφα δεν είναι Ιζνογκουντ όπως εσύ.
Και τελικά πεθαίνεις. Πεθαίνεις στην προσπάθεια αυτής της ηλίθιας ισορροπίας που είναι ανίκανη να υπάρξει. Πεθαίνεις, χωρίς τελικά να έχεις ζήσει. Και τα συννέφα σε καλοσορίζουν. Και εσύ ντρέπεσαι, γιατί προσπάθησες να τα ξεγελάσεις. Γιατί προσπάθησες να ξεγελάσεις τον εαυτό σου. Και τότε, μόνο τότε – αν είσαι αρκετά δυνατός – μετανοιώνεις.
Σημείωση 1: Το τελευταίο μου θύμισε το προπατορικό αμάρτημα και τον Αδάμ και την Εύα μετά από την αποβολή τους από τον Παράδεισο που αντιλήφθηκαν την γύμνια τους.
Recent Comments