Monthly Archive for November, 2004

Highway 66

Η Τζ. καβάλησε την μοτοσυκλέτα της αφού βγήκε από το τροχόσπιτό της κάπου μακρύα από το κέντρο της πόλης, παρκαρισμένο όχι και στο πιο καλόφημο μέρος των προαστίων. Για την ακρίβεια το είχε αράξει ακριβώς εκεί που την είχε αφήσει αυτός ο άχρηστος ο νταλικέρης που την πήρε οτο-στόπ (μαζί με το τροχόσπιτο) όταν αποφάσισε να φύγει από το πατρικό της σπίτι -και για να είμαστε ειλικρινείς, όχι με τις καλύτερες προϋποθέσεις. Για όσους πιστεύουν πως η Τζ. είναι μια γκόμενα 9-5 είναι γελασμένοι. Δεν θέλω να σας προκαταβάλω, αλλά έτσι είναι. Όποιος την γνώριζε έπρεπε να ακολουθείται και από τα αντίστοιχα κιλά αρχίδια για να την πλησιάσει και για να συναναστραφεί μαζί της. Η Τζ. μπορεί κάποιος να πει πως ήταν σκληρό αντράκι, αλλά δεν ήταν έτσι. Είχε περισσότερα αρχίδια και από τον πιο βαρβάτο σκληροπυρηνικό που καβαλάει την Harley του και εξαφανίζεται στην έρημο για μερικές εβδομάδες και για νερό στίβει τους κάκτους. Τέτοιος τύπος, και σκλήροτερος ήταν η Τζ. Παρ’ όλα αυτά ούτε στην έρημο ούτε πήγε ποτέ, ούτε έστιψε κάκτο για να πιεί νερό. Προτιμούσε κάτι άλλους κάκτους -τα πεγιότ- να κάθεται και να τα μασάει για να φτιάχνει κεφάλι, όταν είχε χρόνο. Γιατί σε γενικές γραμμές η Τζ. ήταν απασχολημένη. Είχε πολλές δουλείες. Βέβαια, αν κάποιος την ρωτούσε ποιό ήταν το αποτέλεσμα όλου αυτού του τρεξίματος, το πιο πιθανό είναι να μην έβγαζε άκρη -μιας που ούτε η ίδια έβγαζε-, αλλά ήταν απασχολημένη, και μη ρωτάτε άλλα.

Η Τζ. έτρεχε με τα όνειρα της προσγειωμένη στον αεροδιάδρομο της ζωής νούμερο 3. Τα νούμερα ήταν σημαντικά για αυτήν, και κυρίως το 3. Και οι αεροδιάδρομοι ήταν, αλλά όχι τόσο. Το βασικό της όνειρο ήταν η απογείωση, αλλά δεν είχε κοιμηθεί ακόμη αρκετά για να το δει. Τα μάζευε όλα στην αποθήκη του μυαλού-αεροδρομίου της και κάθε μέρα επέλεγε να πετάξει με κάποιο από αυτά. Είχε και μία μηχανή. Αυτό το όνειρο το έβγαλε από τον αεροδιάδρομο και το έβαλε στην πραγματικότητα -ίσως να ήταν και το μοναδικό-. Η μηχανή ήταν μία Harley. Έκανε θόρυβο, και η Τζ. το γούσταρε πολύ αυτό. Είχε όλη την εξάρτηση που αρμόζει σε μία Harley. Κάποιες φορές αναρωτιόταν μάλιστα αν αγόρασε εκείνη την Harley, ή αν η Harley αγόρασε εκείνη. Είχε μαύρο κράνος με φυμέ τζάμι, και δερμάτινο κολλητό παντελόνι, με δερμάτινο επίσης κολητό μπουφάν. Είχε και καλογυαλισμένες δερμάτινες μπότες που έκαναν σε γόβα στιλέτο αν αποσπούσες από αυτές την γοητεία που προσδίδει η γόβα και κράταγες την ντόμπρα ενός Κορσικού στιλέτου. Όλα αυτά περιτύλιγαν την Τζ. η οποία δεν ήταν τύπος γυναίκας που θα πέρναγε απαρατήρητη καθώς περπάταγε στον δρόμο. Βέβαια, κανείς δεν τολμούσε να σφυρίξει ή να της κάνει σχόλιο γιατί το λιγότερο που ρίσκαρε ήταν το θανατηφόρο βλέμμα της, και το περισσότερο να δει τον εαυτό του στο νοσοκομείο να προσπαθεί να φτύσει τα αρχίδια του από το στόμα. Η Τζ. ήταν γλυκιά, αλλά ο αέρας που είχε την έκανε να μοιάζει θεόρατη. Ήταν λεπτή -ως ηρωίδα αμερικάνικου μυθιστορήματος- και μετρίου αναστήματος, με έναν φανταστικό συνδυασμό γλυκύτητας και σκληράδας στο πρόσωπο. Τα λεπτά φρύδια της, την έκαναν σκληρή όποτε αυτή το ήθελε, ενώ τα υπέροχα απαλό ροζ χείλια της της έδιναν μια ακαταμάχητη γοητεία που δύσκολα θα μπορούσε να αντισταθεί και ο τελευταίος αυτόχειρας ευνούχος τενόρος του 1600. Με όλα αυτά οπλισμένη, έκανε ότι ήθελε όπως το ήθελε, και το ήξερε. Ή, μήπως δεν το ήξερε; Ερωτήσεις προφανώς υπάρχουν πολλές για να κάνει κάποιος στην Τζ. αν και αυτό δεν σημαίνει πως τελικά θα τις κάνει, ή το ότι θα πάρει και απάντηση. Ίσως να πάρει τα δόντια του στο χέρι στην καλύτερη περίπτωση μαζί με μία ευκαιρία να τα μετρήσει και μαζί με αυτά όλες τις κουφάλες που έχουν βρεί φωλιά εκεί και μετά να τα τοποθετήσει -αυτή την φορά όπως αυτός θέλει- σε μία μασέλα χωρίς σιδεράκια, που τόσο πολύ τον ταλαιπώρησαν όταν ήταν έφηβος -όχι τόσο στο θέμα του πόνου, αλλά στο ότι κανείς δεν έκανε παρέα με έναν Κουταλιανό-που-του-έμειναν-τα-κουτάλια-στα-δόντια (του έλεγαν). Ο καλύτερος τρόπος για να βρει κάποιος απαντήσεις ίσως να είναι η πειραματική μέθοδος, λένε οι επιστήμονες, μία μέθοδο που χρόνια ακολουθεί η επιστήμη και ακόμη δεν έχει βγάλει άκρη. Ας την ακολουθήσουμε και εμείς, αφού ούτως ή άλλως, η άκρη είναι χαμένη στον λαβύρινθο με το χρύσομαλλο δέρας και το κέρας του Οινοχόου και ίσως να την έχει καταπιεί -τόσα χρόνια τώρα- ο Μινώταυρος.