Ο Σ., από δω και στο εξής θα αναφέρεται ως Σ., είναι ένας άνθρωπος ρηχός, προσκολημένος στο τρίπτυχο: Πατρίδα-Θρήσκεια-Οικογένεια, το οποίο τρίπτυχο με την σειρά του τον οδηγεί σε δεξιές έως ακροδεξίες πολιτικές θέσεις. Επειδή, όμως είναι ένας μέτριος σε όλα του χαρακτήρας και προσωπικότητα, η οποία ποτέ δεν ξεπέρασε το άλλο τρίπτυχο: Μαμ-Κακά-κ-Νάνι, ή μεγαλώνοντας το: Μαμ-Κοκο-Λαλα (Φαϊ, Sex, Διασκέδαση) τον καθιστά χέστη να εκφράσει συνθήματα τύπου Λεπέν: Έξω οι ξένοι από την Ελλάδα, οι Αλβανοί μας παίρνουν τις δουλειές κ.α. αν και τα πιστεύει ακράδαντα κ πότε ποτε ανάβει και κανά κεράκι στην Παναγία την Ρουμελιώτισσα (που κάποτε είχε βοηθήσει τον παππού του το ‘40). Λόγω της κατάστασης αυτής, προτιμά να παίρνει το μέρος του όχλου, και να ψηφίζει ΠΑΣΟΚ, ή κατά προτίμηση ΝΔ, αν και τον Βεργή θα τον ήθελε πρωθυπουργό για να του φέρνει καμιά Ρωσσίδα. Τον Λεβέντη τον κοροϊόδευει όπως όλοι, χωρίς να καταλαβαίνει τι λέει, αν και βαθύτερα κάπως τον θαυμάζει που έχει το θάρρος να μιλάει σε αντίθεση με τον εαυτό του.
Κατά τα άλλα ο Σ., είναι ένα “καλό παιδί”. Την ετικέττα του την κόλησαν απο τις πρώτες κιόλας μέρες της εμφάνισής του στον πλανήτη, και το θεώρησε μεγάλο χρέος του να την κρατήσει γιατι του φάνηκε καλή. Έτσι, μπρός τα κάλη τ’ είν’ ο πόνος, ο Σ. ποτέ δεν πήγε εκδρομή με τους φίλους του, και στην Πενταήμερη -αν πήγε- μάλλον θα καθόταν και θα έπινε πορτοκαλάδες, μπας και γίνει φίλος με τις κοπέλες και βγάλει καμιά μεθυσμένη, γκόμενα μέχρι να συνέλθει. Το σενάριο αυτό, όμως, είναι παρατραβηγμένο για έναν μέτριο άνθρωπο που πιστεύει στα παραπάνω τρίπτυχα. Αυτά θα τα έκανε ένα καλό παιδί που δεν είναι μέτριο όμως. Ο μέτριος άνθρωπος είναι γλεντζές, του αρέσει η καλοπέραση, και φυσικά, η επίδειξη. Έτσι, αφού είχε κάνει το σκατό του παξιμάδι για αρκετούς μήνες πριν την Πενταήμερη, αγόρασε ρουχαλάκια καθωσπρέπει και ήταν έτοιμος για την μεγάλη εξόρμηση στα μπαρ και στα κλάμπ, με τις τσέπες γεμάτες χιλιάρικα (τότε) έτοιμος να μοιράσει την χαρά και το γλέντι σε όλα τα Τμήματα του Λυκείου. Εκείνη την ημέρα ο Σ. δεν είχε συγκεκριμένους φίλους, εκείνη την ημέρα, όλα θα καιγόντουσαν, και εκείνος θα ήταν ο Φοίνικας που θα αναγεννιόταν στο νοσοκομείο από την πλύση στομάχου. Από όλη αυτή την ιστορία και τον σαματά, στο Λύκειο έμεινε ως ο μαλάκας που καλά του τα φάγαμε, και τον θυμούνται και γελάνε.
Μία άλλη πτυχή του Σ. είναι το χιούμορ του. Πεζό, απλό, προβλέψιμο και καθημερινό. Συνήθως βρίσκει αντίκρυσμα σε αντίστοιχους ανθρώπους όπου έχουν κάνει την καθημερινότητα θεότητα, και τον υλισμό μονόδρομο. Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσε κάποιος να τον χαρακτηρίσει ψυγαγωγό για ποντίκια που έχουν εγκλωβιστεί σε λαβύρινθο χωρίς λύση, χωρίς όμως να το ξέρουν. Δεν είναι παράξενο για τους μέτριους ανθρώπους. Πάντα αυτοί είναι που εγκλωβίζονται σε τέτοιες καταστάσεις και τελικά φεύγουν χωρίς να αφήσουν πίσω τους τίποτα. Ούτε έργα, ούτε θρύψαλα, ούτε συντρίμια. Αφήνουν μόνο ιδρώτα, τον οποίο τον κληρονομούν οι επομενοι, και επειδή είναι και αυτοί μέτριοι είναι και χαρούμενοι. Επιστροφή όμως στο χιούμορ. Χαρακτηριστικές εκφράσεις παραλλαγής των γεγονότων, όπως θα ήθελε να είναι, και ακόμη όπως θα ήθελε να αντιδράσει. Στο συγκεκριμένο στυλ το γέλιο βγαίνει επειδή όλοι γνωρίζουν πως ο χιουμορίστας δεν πρόκειται ποτέ να το κάνει. Στην ουσία γελάνε με την ανικανότητά του. Σαδομαζό ο Σ.. Αγαπημένες του λέξεις είναι το: “φαντάζεσαι”, “και εκεί που … να γινόταν … “, “πλάκα θα είχε αντι..” κ.α. Γενικά με το χιούμορ του, ο Σ. είναι αξιαγάπητος για ανθρώπους της γενιάς του ‘50 και βάλε, για να μην πω του ‘20, μιας που έχει μεγάλη αγάπη για την μητέρα και την γιαγιά του. Κυρίως για την γιαγιά του.
Από την γιαγιά ξεκινάνε όλα, και στην γιαγιά καταλήγουν. Η πρωτη γιαγιά είναι η μάνα της μανας του, και η δεύτερη το Δημόσιο γιατί πάντα υπήρχε και θα μας θάψει όλους. Έτσι, όταν συμπλήρωσε το βιογραφικό, συμβουλεύτηκε την γιαγιά, και η γιαγιά με την σειρά της τα όνειρα της. Και ονείρευτηκε μπετατζή. Και ο Σ. έγινε. Βέβαια, διαφορετικά το εννοούσε η γιαγιά. Μπετατζής για την γιαγιά σημαίνει βιοπαλαιστής, ηθικός, να προσέχει την οικογένεια και να έχει και ωραίο σώμα για να κάνει καλό κρεβάτι. Ο Σ. επειδή ήταν καλό παιδί και μέτριος δεν μπήκε στον κόπο της μετάφρασης, γιατί είχε μάθει και τα μασημένα από την μαμά του. Ο πατέρας του πάντα ντρεπόταν για αυτόν, για αυτό κι όλας δεν είχαν ποτέ και καλές σχέσεις, ή μάλλον σχέσεις γενικότερα. Οι φίλοι του πατέρα του, κοροϊδευαν τον πατέρα του, πως έχει γιο βουτυρομπεμπέ και μαμάκια και εκείνος δεν έλεγε κιχ, γιατί ήξερε πως ήταν αλήθεια. Ευτυχώς, δεν του βγήκε και πούστης γιατί θα είχε αλλάξει DNA, ώστε να μην τους ενώνει τίποτα. Τέλος πάντων. Στό κάτω-κάτω ο κάθε πατερας έχει και ένα δράμα, πρέπει να μάθει να ζει με αυτό. Εδώ κάνουμε Στεφανογράφημα, όχι ανάλυση του γενεαλογικού δέντρου. Ξαφνικά, ο εφεδρικός εγκεφαλος του Σ. – η μητέρα του -, μύρισε τα φύλλα Δάφνης, και αποφάσισε πως για μπετατζής πας απο Πολιτικός Μηχανικός, όπως για Κερατσίνι περνάς από τα Σούρμενα. Απλή λογική, ένα και ένα κάνουν τρία, ο Σ. μπηκε στο Α.Ε.Ι. και είπε να ακολουθήσει το trend του ‘80, αψηφώντας την δεκαετία του ‘90 και όλες τις επερχόμενες. Σπούδασε Π.Μ. και ήταν ευτυχισμένος. Τα Μεταπτυχιακά δεν τον πολυενδιέφεραν, γιατί στην εποχή της γιαγιάς δεν υπήρχαν, και η μητέρα του ήταν πρακτικός άνθρωπος. Ο Σ. δεν δυσκολεύτηκε στον μονόδρομο, ως μέτριος τον ακολούθησε και έπιασε μια δουλεία σε ιδιωτική εταιρία. Τον ενόχλησε λίγο αυτό, γιατι δεν ήταν στην δεύτερη γιαγιά, αλλά το μέσον της πρώτης μας άφησε χρόνους, και ποιός διαβάζει τώρα για τον Α.Σ.Ε.Π. “έτσι όπως τα κάνανε” (άλλη αγαπημένη του έκφραση). Χαρακτηριστικός νεοΈλληνας με το ε τονισμένο και το σ τελικό, ήταν έτοιμος να κολυμπήσει στον ωκεανό της πισίνας 2 επί 2 της ζωής. Τα βρήκε λίγο σκούρα στην αρχή, αλλά κάθε αρχή και δύσκολη όπως έλεγε και η γιαγιά του, και η μητερά του επαναλαμβάνε. Ο πατέρας άφαντος – προτιμούσε να καπνίζει μαριχουάνα, να παίζει με γκόμενες και να ταξιδεύει στον κόσμο (κορόιδο ήταν;).
Μέσα σε αυτό το γκρίζο της δουλειάς, -αν και πάντα του αρέσει να το αποκαλεί γραφείο, όπως οι κρατούμενοι το κελί, δωμάτιο- ήρθε η έκρηξη της τεχνολογίας που την έκανε προσιτή ακόμη και στις μαϊμούδες. Πρώτος ήταν να γνωρίζει το κάθε μοντέλο κινητού, και όλες τις δυνατότητες του, άσχετα αν τις καταλάβαινε. Ήξερε όλα τα κόλπα που του τα είχε ξεράσει ένας τεχνικός σε εταιρία τηλεποικωνιών, φιλαράκι από τον στρατό. Βέβαια, νούμερα έβλεπε, και νούμερα δεν καταλαβαίνε, αλλά τι σημασία είχε. Εκείνος ήξερε! Μετά ήρθαν και οι υπολογιστές και το Internet. Κατάφερε και τα συνέδεσε. Πω-πω! Ένας ολοκλήρος καινούργιος κόσμος από παιχνίδια και άλλα πράγματα για να σκοτώνεις τις ώρες σου ανεξέλεγκτα και άλλος ένας τρόπος για να φαίνεσαι γνώστης αφού το καινούργιο αυτό πράμα συνοδεύοταν από ένα σωρό άγνωστες λέξεις και μυστικά. Συνήθως βέβαια, όσοι ακολουθούσαν τις συμβουλές του κατέληγαν στο κοντινότερο μαγαζί επισκευής, αλλά εκείνος δεν έφταιγε, αυτοί έκαναν λάθος. Αλλά ήταν καλό παιδί και τους συμπονούσε, και πάντα ήταν εκεί όταν πλήρωναν τις μαλακίες που τους είχε πεί. Πάντα συγκαταβατικός και ποτέ σίγουρος, αρχηγός της τραμπάλας του ίσως και του “καλό θα ήταν”, ήταν ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου.
Ακριβώς για αυτό τον λόγο, ο Σ. δεν ήταν δύσκολο να γνωρίσει νέο κόσμο, και κυρίως κοπέλες -αρκεί βέβαια κάποιος να του τις έφερνε στο τραπέζι του. Γιατί ώς καλό παιδί δεν ήταν κανένας κάγκουρας ή χλιμίτζουρας που θα πάει και να ενοχλήσει τις κυρίες με την παρουσία του. Κάτι ήξερε αυτός, αυτές δεν ήξεραν, και που να ρώτησουν κι όλας. Κυρίως συνδεόταν με χαριτωμένες υπάρξεις που εύκολα έπεφταν στα δίχτυα της μετριότητας του. Επείδη δεν μίλαγέ ποτέ για θέματα πέραν των τετριμένων που απασχολούσαν τα τηλεοπτικά κανάλια και τα παράθυρά τους, δημιουργούσε ένα πέπλο μυστηρίου γύρω από τον -κατά τα άλλα- ανάλατο χαρακτήρα του. Ο Σ., βέβαια, δεν ήταν σε θέση να το κατανοήσει αυτό και απλά ήταν ο εαυτός του, όπως άλλωστε τον είχε συμβουλέψει μυστικά η μητέρα του. Με εκείνο το παιχνιδιάρικο βλέμμα που άμα το προσέξει κάποιος πιο προσεκτικά μπορεί να δει την άλλη άκρη του κρανίου, έκανε τις κοπέλες που τον γνώριζαν, να θέλουν να τον ανακαλύψουν. Έβγαζε τον Ιντιάνα Τζόουνς από μέσα τους ένα πράμα. Οι περισσότερες βέβαια σχέσεις κατέληγαν να τον στείλουν οι γκόμενες, γιατί εντάξει είπαν να ψάξουν, αλλά όσα χρόνια και να σκάβεις στην έρημο, δύσκολο να βρεις νερό. Παρ’ όλα αυτά ο Σ. τις κατανοούσε, αν και λίγο τις κάκιζε γιατί σκεφτόταν που θα βρούν άλλο τέτοιο “καλό παιδί”. Από sex δε, το ιεραποστολικό ίσως να ήταν ότι πιο εξτριμ μπορούσε να φανταστεί. Οι λέξεις Φαντασία στον Έρωτα έκαναν τον Σ. να πιστεύει πως ήταν το επόμενο επεισόδιο της “Φαντασίας” του Disney. Είχε πει πως το είχε χαρεί μεν, αλλά η αλήθεια είναι πως το βρήκε λίγο κουραστικό γιατί είχε πολλές εναλλαγές και ήταν οικογενειακή συνταγή πως η αλλαγή κουράζει και είναι κακό. Το πίστευε και δεν το ερευνούσε, γιατί ήταν και καλός Χριστιανός και αφού άκουσε τις γραφές, δεν χρειαζόταν να τις διαβάσει. Καλυπτόταν εύκολα και πλήρως. Πολλές από τις σχέσεις δεν κατέληγαν ούτε καν σε σχέση, γιατί καθώς ο Σ. είχε μάθει στο μάσημα, αν δεν του την έπεφτε η γκόμενα με πιστοποιητικό πεσίματος, εκείνος δεν έκανε βήμα για να μην την προσβάλλει. Ήθελε πρώτα να την κατακτήσει εκ των έσω, έλεγε. Ο φτωχός καρβέλια ονειρεύεται, λέω. Άσχετα όμως με το τι πιστεύω εγώ, το σύστημα του πετυχαίνε και είχε αρκετές σχέσεις. Βέβαια, οι περισσότερες πάνω από τους τρεις μήνες ήταν μαρτύριο και απλά περίμενε να τον στείλει η γκόμενα, γιατί εκείνος δεν ήθελε να την στεναχωρήσει. Καυχιόταν και στους φίλους πως έχει γαϊδουρινή υπομονή, και φούσκωνε σαν το παγώνι. Τα δώρα δεν ήταν πρόβλημα για αυτόν. Αγόραζε δώρα και τα έδινε πλουσιοπάροχα. Ήξερε πως τις γυναίκες με δώρα τις έχεις ευτυχισμένες, όπως το αμάξι θέλει βενζίνη. Απλή λογική. Τι η ψυχή της γυναίκας είναι μία άβυσσος, τι η ψυχοσύνθεση του ανθρώπου και άλλα τέτοια που πρώτα απασχόλησαν τον Καζαντζίδη και μετά τους ψυχολόγους, ήταν θέματα τα οποία άκουγε και έβγαζε μπιμπίκια, γιατί όλα απλοποιούνται όταν τα μοντελοποιήσεις σε κάτι απτό, έλεγε, -αν και το έξέφραζε με άλλα λόγια- και ίσως να ήταν το μοναδικό πράγμα που σκέφτηκε και έκανε προς φιλόσοφημα ζωής. Πολιτικός Μηχανικός ήταν, όλα ήθελαν την μεζούρα τους. Έτσι και οι σχέσεις του ήταν μετρημένες, μετρημένες με ακρίβεια στο μέτριο, όπως αυτός.
Ο Σ. έχει και άλλα ενδιαφέροντα. Του αρέσει να γνωρίζει κόσμο, πολύ κόσμο. Και του αρέσει να εργαζέται. Και του αρέσει να προσφέρει και στα κοινά. Έγινε εθελοντής. Με αρκετές κατασκηνώσεις εθελοντικής εργασίας στο ενεργητικό του, έμαθε πολλά, αλλά δεν συγκράτησε τίποτα. Οι υπόλοιποι που τον γνώρισαν πάλι δεν συγκράτησαν τίποτα από αυτόν. Αυτό ήταν και το υποκοριστικό του άλλωστε, Φαντομάς. Ο ανύπαρκτος, υπαρκτός άνθρωπος. Ποτέ δεν θα σε ενοχλήσει, ποτέ δεν θα σου αφήσει κάτι για να τον θυμάσαι, εκτός ίσως από εκείνο το παιχνιδιάρικο βλέμμα του και την ψευτοδίψα για ζωή και δημιουργία, τα οποία δεν κρατούν για πάνω από μία εβδομάδα, ακόμη και αν το μοναδικό πράγμα που κάνεις είναι να τον σκέφτεσαι συνέχεια. Πηγμένος, αγχωμένος αλλά έτοιμος να κάνει την τρέλα της τελευταίας στιγμής, προσεγγίζει τέλεια την επιθυμία του να μείνει πάντα νέος, γύρω στα 15. Άξιος νεοΈλληνας -όπως ξαναείπαμε-, θα ήταν χαρακτηριστικό δείγμα για ανάλυση από εξωγήινους ερευνητές. Τα αποτέλεσματα της ανάλυσης, προσωπικά δεν ήθελα να τα ξέρω. Προετοιμαστείτε πάντως για μία διαγαλακτική επιθεση καλού κακού. Γενικά, οι εξωγήινοι είναι πολύ οικολόγοι και δεν γουστάρουν την σπατάλη ενέργειας και όπου βρούν τέτοιες καταστάσεις σπεύδουν να τις καταστρέψουν.
Προσοχή, ο Σ. είναι εδώ και περιτριγυρίζεται από χιλιάδες άλλους Σ., το Matrix ισχύει και του τελειώνει και η μνήμη. Φυλαχτείτε! Οι εξωγήινοι ξαναχτυπούν!
Προσοχή! Τα πρόσωπα δεν αντιστοιχούν με πραγματικά. Οι καταστάσεις δεν υπάρχουν, οι αλήθειες είναι μισές και για τις άλλες μισές ισχύουν οι αντίστροφες.
Recent Comments