Monthly Archive for January, 2004

Λομπέλια, η ηρεμία της λίμνης

Ποσο θα ήθελα να σου πω “γειά σου, τι κάνεις Λομπέλια?”

Είσαι καλά? θα ήθελες να έρθεις μαζί μου διακοπές στην Ιαπωνία?

Η Λομπέλια σκέφτηκε καλά και ξαφνικά έγινε σκυθρωπή, παρόλο που η καρδιά της ήθελε να πάει πολυ στην Ιαπωνία με τον Τάκη.

Ο Τάκης το κατάλαβε, και την άφησε μόνη. Εκείνη -όταν αυτός έφυγε- έμπηξε τα κλάματα, και την πήρανε οι λυγμοί (παραμάσχαλα). Δεν ήταν εδώ που τα λέμε και έυκολο να αφήσει την ζωή της πίσω και να ξεκινήσει κάτι καινούργιο. Πότε δεν το είχε κάνει σε καμία περίπτωση. Κάτι τέτοιο φάνταζε εντελώς, ξένο και ανατριχιαστικά φοβιστικό. Δεν είχε δοκιμάσει κάτι καινούργιο χωρίς το καινούργιο να συνδέεται με το παλιό. Γιατί? Γιατί απλά της είχαν πει -και την είχαν φοβήσει- πως η ζωή είναι μια διαδρομή, η οποία δεν μπορεί να διακοπεί από τίποτα. Ουτε κάν από κάτι το οποίο το απεχθάνεσαι. ‘Ετσι η Λομπέλια έμεινε εκει, σκαρφαλωμένη πάνω στην ψηλή μάντρα του χωριού, και συνέχισε να κλαίει με το άσπρο της φόρεμα να ανεμίζει στο ελαφρό καλοκαιριάτικο αεράκι.

Το βράδυ που γύρισε σπίτι, ήταν η μητερά της, που την υποδέχτηκε στην πόρτα. Το τελευταίο πράγμα που είχε όρεξη εκείνη την ώρα η Λομπέλια, ήταν να ανταλλάξει κουβέντες με την μάνα της. Ιδίως, όταν μακρύα την εβλεπε να έχει υφος δασκαλευτικό και διάθεση για κατσε-στο-σκαμνι-κουβέντα.

Η πρώτη κουβέντα που της είπε ήταν:

- Που γύριζες?

- Είμουν στην πλατεία, απάντησε η Λομπελια κοφτά, κ έκανε να μπεί στο σπίτι, σκεπτόμενη πως μόνο το δωμάτιό της μπορεί να την σώσει, από την αλλοφροσύνη του καινούργιου και από την παρεά της μάνας της.

- Μπαα.. και πως μας θυμήθηκες και γύρισες τώρα? Δεν ξέρεις πως σήμερα είναι Τετάρτη και κάθε Τετάρτη έχουμε πει να τρώμε όλοι μαζί? Εξάλλου, ο πατέρας σου δεν θα είναι για ακόμη πολύ μαζί μας. Την άλλη βδομάδα φεύγει πάλι με το καράβι.., συνέχισε η μάνα ακλόνητη (αφού ούτως ή άλλως μια ζωή μίλαγε μόνη με την φωτογραφία του άντρα της, δίπλα στο κομοδήνο).

Η Λομπέλια το ήξερε αυτό, όπως και ήξερε ότι ο πατέρας της, ακόμη και όταν γύριζε στο σπίτι μετά από τα πολύμηνα ταξίδια του στο εξωτερικό, ήταν ακόμη μαρκύα τους, πολύ μακρυά τους. Αυτό η Λομπέλια το είχε καταλάβει από πολύ μικρή, από τότε που θυμάται τον πατέρα της. Από τότε που όποτε τον κοιτούσε, για να του αποσπάσει ενα βλέμμα, ή λίγη προσοχή, εκείνος απλά κοίταγε στο άπειρο. Ατένιζε τον απέναντι τοίχο από εκεί που καθόταν (στην αγαπημένη του ξεφτυσμένη πολυθρόνα, στην γωνία στον τοιχό που ήταν το άνοιγμα για την κουζίνα), λές και βρισκόταν στην πρύμνη κάποιου γκαζάδικου και αρμένιζε τα πέλαγα στεκούμενος σαν τον Λεονάρδο Ντι Κάφριο στον “Τιτανικό”. Τι χαζή που την είχε βρεί αυτή την ταινία η Λομπέλια! Είχε απορήσει με την βλακεία των πρωταγωνιστών, και τους τρομερούς έρωτες, τους τόσο ψεύτικους, που αν ακόμη και πραγματικά υπήρχαν δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν από την ίδια τους την τελειότητα, γιατί θα ήταν το ίδιο εκνευριστικοί, όπως όταν κάθεσαι για ώρες ατελείωτες και κοιτάς μια εντελώς ήρεμη λίμνη. Στην αρχή είναι όμορφα, όμως δεν μπορείς να κάτσεις πολύ ώρα, γιατι αυτή η ηρεμία σε προδιαθέτει σιγά-σιγά στο να κάνεις κάτι. Για αυτό κι όλας πήγαινε η Λομπέλια στην λίμνη, όταν ήταν στεναχωρημένη, έπαιρνε ελπίδα και δύναμη για να συνεχίσει. ((Η ηρεμία σε υπερβολική δόση παράγει τόση ενέργεια, όση αν έτρωγες 40 σακουλάκια σοκολατάκια.)), σκεφτόταν κάθε φορά που γύριζε από το τόπο αναψυχής της.

‘Οταν ξαναάνοιξε τα μάτια της, βρισκόταν πλέον ασφαλής στην θαλπωρή του δωματίου της. Αν και είχε μεγαλώσει αρκετά (ολόκληρη γυναίκα έγινες – της έλεγαν όλοι οι θείοι και το λοιπό συγγενολοϊ) είχε κρατήσει το δωματιό της παιδικό, όπως αυτή ένιωθε. Γιατί η Λομπέλια δεν είχε ποτέ τον ελεύθερο χρόνο να μεγαλώσει. Από μικρή, η μητέρα της συνέχεια την έβαζε να κάνει θελήματα και ανούσιες δουλείες κάθε φορά που πήγαινε να παίξει με τις κούκλες της ή να ονειροπολήσει βλέποντας σύνεφα στον ουρανό. Η Λομπέλια δεν της άρεσε να στεναχωρεί την μητέρα της, και έτσι δεν της έμενε χρόνος για να μεγαλώσει. Τώρα βέβαια, η μητέρα της, της λέει: “Μα καλά, πως κάνεις έτσι? Φέρσου σαν μεγάλη κοπέλα, είσαι πλέον 20 χρονών, κορίτσι της παντρειάς!”. Και εκεί ήταν η Λομπέλια που δεν ήξερε τι να κάνει και τι να πει, γιατί σε αυτό ακριβώς το σημείο ήταν το μεγαλύτερο μπέρδεμα της ζωής της: “Να είναι μεγάλη, χωρίς ποτέ να ήταν μικρή”.

Τώρα όμως, ήταν μόνη της μέσα στο παιδικό της δωμάτιο, μέσα στο παιδικό της μυαλό και αισθανόταν ελεύθερη μέχρι την επόμενη φωνή της μάνας της που θα την έψαχνε για να της πεί κάτι καθημερινό και -συνήθως- ανούσιο. Μέχρι τότε, όμως, είχε τον χρόνο να κοιτάξει διάφορα μικρά μπιμπελό που είχε μαζέψει με τα χρόνια (μερικά της τα είχε φέρει και ο πατεράς της από τα ταξίδια του στον “κόσμο” – αν μπορεί να θεωρηθεί κόσμος οι 6 μήνες στο γκαζάδικο με μία μέρα έξοδο στην Σιγκαπούρη). ‘Ηταν και η ώρα που βόλευε για αυτή την ονειροπόληση. ‘Ηταν ο ήλιος που βρίσκόταν στην δύση του, αφού είχε σπείρει τον ιδρώτα όλη την ημέρα και την ανυπόφορη ζέστη, και το χώμα ήταν πλέον υγρό από τον ιδρώτα των μυρμηγκιών και όλων των υπόλοιπων εντόμων, ζωντανών οργανισμών και μη. Αυτή η υγρασία κατά την διάρκεια του μεσημεριού σε έκανε να μην μπορείς να ανασάνεις και καλά-καλά ούτε και να κουνηθείς. ‘Ομως τώρα το απόγευμα όλα καλυτέρευαν. Ο ήλιος απομακρυνόταν και η γη ετοιμαζόταν να διώξει πίσω όλη την ζέστη που της έδωσε. Αυτό έκανε τα δεντρά να φαινόνται πιο χαρούμενα, τα μυρμήγκια να σουλατσάρουν στο πάτωμα σαν να χορεύουν και οι γειτόνισες να βγαίνουν στα μπαλκόνια με τα λάστιχα για να ποτίσουν τον κήπο και να κελαηδήσουν με τις άλλες γειτόνισσες για την ζέστη της ημέρα, όπως βγαίνουν τα σαλιγκάρια μετά την βροχή. Η γειτονία άρχιζε πάλι να ζει, αλλά ζούσε σε διακοπές! Τι περίεργο, σκέφτηκε η Λομπέλια! Το πρωί είναι όλοι στις δουλείες και αφηρημένοι με όλα αυτά που έχουν να κάνουν, και το απόγευμα είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ το πρωί και μια σπίθα χρείαζονται για να συγκετρωθούν και να τραγουδήσουν. -Πόσο μου αρέσει το απόγευμα! Πράγματι η Λομπέλια και η σκέψη της, ταίριαζαν πάρα πολύ σε αερικό της λίμνης. Δεν ήταν άνθρωπος που θα σκεφτόταν τα καθημέρινα. Γιατί απλά πίστευε πως τα καθημερίνα έχουν ένα δικό τους κόσμο, και στον κόσμο αυτό, όλα έρχονται και λύνονται μόνα τους. Στο κόσμο των καθημερινών, όλα τα προβλήματα απλά υπάρχουν για να υπάρχουν και οι λύσεις και απλά να γεμίζει ο κόσμος των καθημερινών και να περνάει ο χρόνος και να έρχεται το απόγευμα! Γιατί το απόγευμα μπορούσες να δεις πιο καθαρά, όπως ακριβώς πιο καθαρά μπορεί να δει κανείς όταν ξεκινάει η ημέρα, την ώρα που σηκώνεται ο ήλιος, από τον βραδυνό του ύπνο. Εκείνη την ώρα μπορείς να νιώσεις τον παλμό της φύσης, τον παλμό της ζωής, πριν να έρθουν τα ποδοβολήτα της καθημερινότητας και η αίσθηση της θνήτοτητας. Στις ώρες αυτές, μπορεί ο καθένας -αρκεί να μην έχει προλάβει να μεγαλώσει- μπορεί να αισθανθεί και πάλι ένα με το σύμπαν και την γαλήνη του.

Αυτό το απόγευμα, η Λομπέλια αποφάσισε να το περάσει κοιτώντας πως χαϊδευαν οι τελευταίες (ευτυχώς απαλές) ηλιαχτίδες τα μπιμπελό του δωματίου της. Οι ακτίνες καθώς χαϊδευαν τα αντικείμενα δημιουργούσαν σκίες, και τους έδιναν ένα χρώμα χρυσαφί και τα γλύκαιναν, ήταν σαν να τους φύσαγαν πνοή ζωής μέσα τους. Μεγαλύτερη εντύπωση της έκανε, όταν μία παιχνιδιάρα ηλιαχτίδα πήγε και σκούντησε ένα ξύλινο στρατιωτάκι μαριονέτα με χρώματα μπαμπούσκας. ‘Οταν η ηλιαχτίδα γλίστρισε πάνω στο βερνίκι του ξύλου ξαφνικά ήταν σαν ο στρατιώτης να ζωντάψε και τα μάτια του γυάλισαν και χαμογέλασε, σαν να χαιρετούσε την Λομπέλια. Η Λομπέλια, απλά τον κοίταγε ερωτηματικά, και ένα μηδίαμα δημιουργήθηκε στα χείλη της, σαν να του ανταπέδιδε τον χαιρετισμό. Καθώς ο ήλιος προχωρούσε προς την βραδυνή του οικεία, έστελνε τις ακτίνες του σε διαφορετικά αντικείμενα, και έτσι η Λομπέλια είχε την ευκαιρία να χαίρετηθεί (και με άλλα να συστηθεί) με όλα -σχεδόν- τα μπιμπελό του δωματίου της..

(φωνάζει η μάνα, κατεβαίνει Λομπέλια, γειτόνισα -ίσως-, γάμος, Τάκης, 8α δούμε)